Ερυσίπελας

ICD-10: A46

Ορισμός

Οξεία δερματική λοίμωξη, που προκαλείται από β-αιμολυτικούς στρεπτόκκκους, συνήθως της ομάδας Α.

Σε σπάνιες περιπτώσεις οφείλεται σε στρεπτόκοκκους-ομάδας G και αντίστοιχα χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο.

 

Αιτιολογία

Λοίμωξη διαμέσου τραυματισμένου δέρματος (πληγής, σχισμής, εκζέματος, μυκητιασικής λοίμωξης).

Προδιαθετικοί παράγοντες είναι μεταξύ άλλων φλεβική ανεπάρκεια και λεμφοίδημα, όπως και μετά από εκκαθάριση μασχαλιαίων λεμφαδένων.

 

Συμπτώματα

Ερυθρότητα, η οποία επεκτείνεται γρήγορα, άλγος, αύξηση θερμοκρασίας τοπικά, ευαισθησία, μερικές φορές οίδημα και ενδεχομένως πυρετός με ναυτία/ εμετό.

Συνήθης εντόπιση είναι η περιοχή της κνήμης, οι βραχίονες (μετά από θεραπευτική ακτινοβολία), το πρόσωπο/ το αυτί.

 

Διαφορική διάγνωση

Οξεία φλεβική θρόμβωση (λιγότερη ερυθρότητα από ό,τι στο ερυσίπελας), οίδημα λεμφικής στάσης, θρομβοφλεβίτιδα, ροδόχρους ακμή (στο πρόσωπο), οφθαλμικός ζωστήρας, οίδημα Quincke, χρόνιο μεταναστευτικό ερύθημα, οζώδες ερύθημα, δερματίτιδα εξ επαφής, τσίμπημα από έντομο, φαρμακευτική αντίδραση, κυτταρίτιδα, αγγειίτιδα, ερυθρομεγαλία (σε μυελοπολλαπλασιαστικό νόσημα).

Σε ισχυρό πόνο, που δε συμφωνεί με τα υπόλοιπα συμπτώματα:

Σκεφτείτε το ενδεχόμενο της νεκρωτικής περιτονίτιδας (‘‘θανατηφόρα βακτηρίδια’‘) σε οξεία κατάσταση απειλητική για τη ζωή από εν τω βάθει λοίμωξη στρεπτοκόκκου Α, σε ασθενή με σοβαρή επίδραση της γενικής του κατάστασης, ίσως σήψη, πολύ υψηλή CRP, πολύ ισχυρό πόνο με ευαισθησία ακόμη και σε αρκετό τμήμα έξω από την περιοχή με την ερυθρότητα εξαιτίας υποδόριου οιδήματος.

Το οίδημα/ η εικόνα διαμερίσματος υπερτερεί από την ερυθρότητα.

Οι παράγοντες κινδύνου για νεκρωτική περιτονίτιδα είναι: Διαβήτης, ανοσοκαταστολή, χρήση ναρκωτικών ουσιών.

Η θεραπεία περιλαμβάνει: Χειρουργική+ πενικιλίνη+ κλινδαμυκίνη+ ανοσοσφαιρίνες+ θεραπεία καταπληξίας.

 

Θεραπεία

Παρακάτω προτείνονται αντιβιοτικά ανάλογα με τη βαρύτητα της κλινικής εκδήλωσης [1].

 

Στις πιο ήπιες περιπτώσεις του ερυσιπέλατος μπορείτε να χορηγήσετε:

 

Αμοξυκιλίνη/κλαβουλανικό οξύ ή

κεφουροξίμη ή κεφπροζίλη ή

νεότερες κινολόνες (μοξιφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη [σε λοιμώξεις από MRSA ή

CA-MRSA δε συστήνεται χορήγηση νεότερων κινολονών εξαιτίας ταχείας ανάπτυξης ανθεκτικότητας]) ή

κλινδαμυκίνη.

Όχι μακρολίδες εμπειρικά εξαιτίας συχνής ανεύρεσης ανθεκτικών στελεχών (25-30%).

 

Στις βαρύτερες περιπτώσεις και σε επείγοντα περιστατικά μπορείτε να χορηγήσετε i.v.:

 

Αμοξυκιλίνη/κλαβουλανικό ή αμπικιλίνη/σουλμπακτάμη ή κεφαζολίνη ή δαπτομυκίνη ή λινεζολίδη.

 

Σημαδέψτε με μαρκαδόρο την περιοχή του δέρματος με τα όρια της λοίμωξης και ζητήστε από τον ασθενή/ το άτομο που τον συνοδεύει να παρακολουθεί την ερυθρότητα για τυχόν επέκτασή της.

 

Σε υποτροπή (≥ 2 υποτροπές σε 12 μήνες) μπορείτε να χορηγήσετε [1]

* Βενζαθινική πενικιλίνη 2,4-3,6 εκ. ΔΜ i.m. (1,2-1,8 εκ. ΔΜ ταυτόχρονα σε κάθε γλουτό) κάθε 3 εβδομάδες για 1-1,5 έτος ή σε αλλεργία σε πενικιλίνη:

* Κλαριθρομυκίνη 500 mg x1.

 

Επανεκτίμηση σε μία εβδομάδα.

Σε δημιουργία οιδήματος, πιεστική περίδεση με ελαστική πιεστική κάλτσα + υψηλή ανάρροπη θέση κατά περιόδους.

 

Σε υποψία λοίμωξης από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο με ευαισθησία στην κλινδαμυκίνη [1] αυτή χορηγείται μόνο, εφόσον έχει προηγηθεί D-test και έχει αποκλειστεί επαγώγιμη αντοχή στην κλινδαμυκίνη.

 

Σε ασθενή με επίδραση της γενικής του κατάστασης, ισχυρό άλγος, υψηλό πυρετό, ταχεία εξέλιξη απαιτείται εισαγωγή σε νοσοκομείο για παρεντερική χορήγηση αντιβιοτικής θεραπείας.

 

Υπάρχει τάση υποτροπής, ιδιαίτερα σε λεμφοίδημα.

Μερικές φορές απαιτείται προφύλαξη για μεγάλο χρονικό διάστημα (ενδεχομένως σε όλη τη ζωή του).

Προϋπόθεση για τη χορήγηση θεραπείας μεγάλης χρονικής διάρκειας είναι η εμφάνιση δύο υποτροπών μέσα σε τρία χρόνια ενδεχομένως με ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων.

Οι στρεπτόκοκκοι δεν αποκτούν ανθεκτικότητα!

 

Ως εναλλακτική λύση προτείνεται η ατομική φροντίδα από τον ίδιο τον ασθενή, εφόσον ο ασθενής έχει διαθέσιμη πενικιλίνη στο σπίτι του.

 

Φαρμακευτική αγωγή

 

Αμοξυκιλίνη/κλαβουλανικό οξύ.

Αμπικιλίνη/σουλμπακτάμη.

Βενζαθινική πενικιλίνη.

Δαπτομυκίνη.

Κεφαζολίνη.

Κεφουροξίμη.

Κεφπροζίλη.

Κλαριθρομυκίνη.

Κλινδαμυκίνη.

Λεβοφλοξασίνη.

Λινεζολίδη.

Μοξιφλοξασίνη.

 

[1] Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Διάγνωση και τη Θεραπεία των Λοιμώξεων, Ελληνική Εταιρεία Λοιμώξεων, Αθήνα 2015.

 
Τελευταία ενημέρωση: Σεπτέμβριος 2018