Υπεριδρωσία γενικευμένη, Εφίδρωση γενικευμένη

ICD-10: R61.1

Βλέπε επίσης το υποκεφάλαιο ‘‘Υπεριδρωσία, τοπική’‘ στο παρόν κεφάλαιο.

 

Ορισμός

Ιδρώτας από το μεγαλύτερο μέρος του σώματος.

 

Αιτία

Η σημασία του ιδρώτα είναι καθοριστική στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος.

 

Η υπερλειτουργία της πρωτοπαθούς μορφής (είναι η συνηθέστερη, κληρονομικό υπόβαθρο) ή της δευτεροπαθούς μορφής με ειδικές αιτίες σύμφωνα με τα παρακάτω (ενδοκρινολογικά-/μεταβολικά νοσήματα, όπως διαβήτης, υπερθυρεοειδισμός, υπογλυκαιμία, ακρομεγαλία, φαιοχρωμοκύτωμα, καρκινοειδές, υπογοναδισμός), καρδιοαγγειακά-, αναπνευστικά-, νευρολογικά νοσήματα, όγκοι, λοιμώξεις, ναρκωτικά, φάρμακα κ.ά.).

Εκλυτικές αιτίες είναι η θερμότητα, η προσπάθεια, το στρες.

 

Οι νυκτερινοί ιδρώτες σχετίζονται με λοιμώξεις (φυματίωση κ.ά.), κακοήθεια (λέμφωμα, ΧΛΛ/ΧΜΛ, μυελοῒνωση κ.ά.), εμμηνόπαυση, ενδοκρινική νόσος (φαιοχρωμοκύττωμα, καρκινοειδές, υπερθυρεοειδισμός κ.ά.).

Οι νυχτερινοί ιδρώτες μπορούν επίσης να εμφανίζονται συχνά και χωρίς υποκείμενη παθολογία.

 

Συμπτώματα

Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία χαρακτηρίζεται από πρώιμη έναρξη, ιστορικό μακράς διάρκειας, κληρονομικότητα, αμφοτερόπλευρους συμμετρικούς ιδρώτες, χωρίς νυχτερινή εφίδρωση.

Η δευτεροπαθής υπεριδρωσία χαρακτηρίζεται από σύντομο ατομικό ιστορικό και συχνά συμπτώματα άλλης ασθένειας.

Περιοχική ή ασύμμετρη εφίδρωση.

 

Ακρομεγαλία:

Εφίδρωση, αίσθημα αυξημένης θερμότητας, ραχιαλγία/ αρθραλγίες, αίσθημα πρηξίματος, ροχαλητά, κεφαλαλγία, χοντρή/ βραχνή φωνή, μεγάλος λαιμός, κενά ανάμεσα στα δόντια, χοντρά δάκτυλα, ενδεχομένως διαβήτης.

 

Διαβήτης:

Εφίδρωση εξαιτίας πολυνευροπάθειας ή υπογλυκαιμίας.

 

Διαταραχές κλιμακτηρίου:

Εφίδρωση τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας, όσο και της νύχτας, εξάψεις λόγω διαστολής των αιμοφόρων αγγείων, αίσθημα παλμών, κεφαλαλγία, ζάλη, κατάθλιψη, άγχος, διαταραχές ύπνου (βλέπε διαταραχές Κλιμακτηρίου, διαταραχές Εμμηνόπαυσης, διαταραχές Μεταβατικής περιόδου).

 

Ελονοσία.

 

Έμφραγμα μυοκαρδίου:

Εφίδρωση, άγχος, δύσπνοια, ναυτία, εξάντληση, αίσθημα γενικής νόσου, αδυναμία, λιποθυμία, οπισθοστερνικό στηθαγχικό άλγος (συχνά με αντανάκλαση στον τράχηλο, τη γνάθο, τα άνω άκρα, ενδεχομένως κοιλιαλγίες βλέπε Έμφραγμα μυοκαρδίου).

 

Επιληψία:

Εφίδρωση, αύξηση αρτηριακής πίεσης/σφύξεων, τονικό-/κλονικές κρίσεις (γενικευμένες/Grand Μal).

 

Καρκινοειδές σύνδρομο:

Εφίδρωση, έξαψη, διάρροια, καρδιακή ανεπάρκεια, άσθμα.

 

Καρκίνος πνεύμονα:

Εφίδρωση, βήχας, δύσπνοια, στηθαγχικό άλγος, συριγμός στο στήθος, αιμόπτυση, απίσχνανση, απώλεια όρεξης, κόπωση, αίσθημα αδυναμίας, πυρετός, θρομβοεμβολές κτλ (βλέπε Καρκίνος πνεύμονα).

 

Κατάχρηση ουσιών:

(βενζοδιαζεπίνες/κωδεῒνη):

Εφίδρωση, άγχος, κατάθλιψη, διαταραχές μνήμης, κόπωση, μυαλγίες, φωτο/ηχο-υπερευαισθησία, διπλωπία, αισθήματα, που ‘‘ρέουν’‘ πάνω στο σώμα κτλ.

 

Κατάχρηση ουσιών (κεντρικά διεγερτικά):

Εφίδρωση, διαστολή κορών, αυξημένη θερμοκρασία σώματος, ξηροστομία, ταχύς/ακανόνιστος σφυγμός, μυϊκές συσπάσεις, επιληπτικές κρίσεις, στερεότυπες συμπεριφορές, νευρικότητα

(βλέπε Κατάχρηση/ Φάρμακα, που προκαλούν εξάρτηση/ Κεντρικά διεγερτικά).

 

Κροταφική αρτηρίτιδα:

Εφίδρωση (νυχτερινή), κόπωση, πυρετός, αίσθημα νόσησης, μείωση βάρους, εικόνα παρόμοια με γρίπη, κεφαλαλγία, άλγος γλώσσας, επίδραση στην όραση (βλέπε Κροταφική αρτηρίτιδα).

 

Λιποθυμία:

Εφίδρωση, αίσθημα παλμών, φαινόμενο σκοτοδίνης, αίσθημα αστάθειας, αίσθημα λιποθυμίας, απώλεια του τόνου, ωχρότητα, σύντομη απώλεια συνείδησης (ενδεχομένως με κλονικούς σπασμούς/απώλεια ούρων), σύντομη κατάσταση μετά από σπασμό (βλέπε Συγκοπή. Λιποθυμία).

 

Λοιμώξεις:

Εφίδρωση, ανύψωση θερμοκρασίας, θερμό δέρμα, ταχυσφυγμία, ρίγος, χαμηλή γλυκόζη αίματος, ειδικές εκδηλώσεις οργάνων (βλέπε Πυρετός σε ενήλικες/Πυρετός σε ηλικιωμένους).

 

Μετεμμηνοπαυσιακή υπεριδρωσία:

Έναρξη μετά από την ηλικία των 50 ετών, απουσία διάφορων ενοχλήσεων της κλιμακτηρίου, τα συμπληρώματα οιστρογόνων είναι αναποτελεσματικά.

 

Ναυτία ταξιδιού (κινήτωση):

Εφίδρωση, ναυτία, εμετοί κτλ σε συνδυασμό με ταξίδι με πλοίο, αυτοκίνητο, αεροπλάνο και τρένο

(βλέπε ναυτία Ταξιδιού, ναυτία Κίνησης, Θαλασσινή ναυτία).

 

Νόσος Parkinson:

Εφίδρωση, ορθοστατική υπόταση, μειωμένη διάθεση, άγχος, διαταραχές ύπνου, άνοια, υποκινησία, ακαμψία, τρόμος ηρεμίας (βλέπε νόσος Parkinson).

 

Περιοχική υπεριδρωσία:

Αντισταθμιστική υπεριδρωσία, συχνά σε κεφαλή/ κορμό εξαιτίας περιοχικής μειωμένης ιδρωτοκινητικής λειτουργίας μετά από ΑΕΕ, νευρική βλάβη ή πολυνευροπάθεια (διαβήτης).

 

ΣΜΝ/ HIV:

Εφίδρωση (νυχτερινή), απίσχνανση, κόπωση, ενδεχομένως προηγούμενη ασθένεια παρόμοια με λοιμώδη μονοπυρήνωση, καντιντιασική στοματίτιδα, έρπητας ζωστήρας, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, τριχωτή λευκοπλακία (βλέπε HIV. AIDS).

 

Σύνδρομο στέρησης αλκοόλ:

Εφίδρωση, νευρικότητα, κινητική ανησυχία, ακαταστασία, άγχος, τρέμουλο, ταχυκαρδία, μυϊκοί σπασμοί, ψευδαισθήσεις (βλέπε Σύνδρομο στέρησης αλκοόλ και τρομώδες παραλήρημα).

 

Τσίμπημα από έντομο (και τσίμπημα από το ψάρι δράκαινα):

Εφίδρωση, κεφαλαλγία, ρίγος, ναυτία, τοπικό τραύμα με άλγος.

 

Υπερβολικό βάρος:

Εφίδρωση (το υπερβολικό βάρος σπάνια αποτελεί αιτία εφίδρωσης, αλλά αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα), μεταβολικό σύνδρομο, οστεοαρθρίτιδα κτλ.

 

Υπερθυρεοειδισμός:

Εφίδρωση, αίσθημα αυξημένης θερμότητας, μείωση βάρους, αίσθημα παλμών, δύσπνοια, ανησυχία, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, κατάθλιψη, τρέμουλο, κόπωση, διάρροια, οφθαλμικά συμπτώματα

(βλέπε Υπερθυρεοειδισμό, Θυρεοτοξίκωση, Θυρεοτοξική κρίση).

 

Υπογλυκαιμία:

Εφίδρωση, τρέμουλο, ζάλη, ναυτία, αίσθημα παλμών, κεφαλαλγία, διαταραχές συγκέντρωσης, νευρικότητα, αίσθημα πείνας, παραισθησίες, δυσχέρειες ομιλίας.

Ενδεχομένως ινσουλίνωμα (βλέπε Ινσουλίνωμα. Υπογλυκαιμία).

 

Υπογοναδισμός:

Εφίδρωση (σύγκρινε με εμμηνόπαυση στη γυναίκα), μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, στυτική δυσλειτουργία, καθυστερημένη εκσπερμάτωση, υπογονιμότητα, κόπωση, κατάθλιψη, ευερεθιστότητα, διαταραχές ύπνου, διαταραχές μνήμης, διαταραχές συγκέντρωσης, αρθραλγίες/ μυαλγίες, κοιλιακή παχυσαρκία, μείωση οστικής μάζας, αυξημένη αρτηριακή πίεση

(βλέπε Υπογοναδισμός σε άντρες).

 

Φαιοχρωκύττωμα:

‘‘νόσος των –π’‘ (= perspiration, palpitation, pain, pallor, pressure, paroxysms).

 

Φάρμακα:

Εφίδρωση κ.ά. (παρενέργειες φαρμάκων, όπως τα χολινεργικά, σκευάσματα-SSRI, σκευάσματα οπιοειδών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η τραμαδόλη κ.ά.).

 

Φυματίωση:

(συχνά νυχτερινή εφίδρωση).

 

ΧΑΠ, Καρδιακή ανεπάρκεια, Διαταραχή πανικού:

Εφίδρωση, αίσθημα παλμών/στηθαγχική δυσφορία, τρόμος (τρέμουλο), δυσχέρεια αναπνοής, ναυτία, ζάλη, παραισθησίες, αποπροσανατολισμός, φόβος θανάτου

(βλέπε κρίση Πανικού, διαταραχή Πανικού).

 

Χρόνια λεμφογενής/ μυελοειδής λευχαιμία:

ΧΛΛ/ ΧΜΛ/ κακόηθες λέμφωμα:

(ιδιαίτερα νυχτερινή εφίδρωση, κόπωση, ανορεξία, αναιμία, απώλεια βάρους, δύσπνοια, αίσθημα πληρότητας στομάχου, ψηλαφητοί λεμφαδένες, βλέπε ΧΛΛ/ΧΜΛ/ Κακόηθες λέμφωμα).

 

Ψυχιατρική:

Διαταραχή πανικού, γενικευμένο άγχος.

Η ψυχοκοινωνική φοβία σπάνια αποτελεί αιτία γενικευμένης ενοχλητικής εφίδρωσης, αλλά η εφίδρωση μπορεί προσωρινά να εκδηλωθεί κατά την ενεργοποίηση του συμπαθητικού, όπως σε κρίση πανικού.

 

Διαφορική διάγνωση

Εστιακή υπεριδρωσία.

Κυρίως πρωτοπαθής εστιακή υπεριδρωσία (R61.0) με συμπτώματα στις παλάμες, τα πέλματα, τις μασχάλες, τις βουβωνικές πτυχές και/ή το πρόσωπο, αλλά ακόμη και εστιακές υπεριδρωσίες, όπως σύνδρομο Frey κτλ.

 

Απροσδιόριστη υπεριδρωσία, (R61.9) κυρίως με υπερβολική ή νυχτερινή εφίδρωση, όταν δεν μπορεί να προσδιοριστεί καμία συγκεκριμένη αιτία.

 

Διερεύνηση

Συχνά οι αιτίες της γενικευμένης εφίδρωσης είναι σχετικά εύκολο να ταυτοποιηθούν, έχοντας ως βάση το ατομικό ιστορικό (ηλικία, φύλο, διάρκεια εφιδρώσεων, παρόντα συνοδά συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένων των περιστάσεων, ιστορικό προηγούμενων νοσημάτων, φάρμακα, κληρονομικότητα) και τη φυσική εξέταση.

Περιοχική ή ασύμμετρη εφίδρωση, όπως και σύντομο ιστορικό αποτελούν ιδιαίτερο λόγο για διερεύνηση.

 

Η συνολική γενική εργαστηριακή διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει ΤΚΕ, CRP, γενική αίματος, εξετάσεις ήπατος και θυρεοειδούς, α/α πνευμόνων, βάρος.

Ειδικές εργαστηριακές αναλύσεις σε κλινική υποψία (σύντομο ιστορικό κ.ά.), π.χ. γλυκόζη-πλ, Hb, CRP, TKE, TSH-πλ, λευκοκύτταρα, τύπος λευκών, GH-ορ, τεστοστερόνη-ορ, κατεχολαμίνες-πλ/ούρ, ταχυκινίνες-πλ/ούρ-5ΗΙΑΑ, CDT-ορ, PEth, antiHIV-ορ, τροπονίνη-πλ, IGF 1 (ακρομεγαλία) κτλ.

 

Σε ασαφή διάχυτη εφίδρωση μεγαλύτερης διάρκειας μπορεί να είναι σημαντική μία περισσότερο ευρεία διερεύνηση για το αν υπάρχουν αποκλίσεις, όσο αφορά το ιστορικό (βλέπε παραπάνω) και/ή την αντικειμενική εξέταση

(βλέπε το αντίστοιχο υποκεφάλαιο στην ΙΠ) και/ή τις εργαστηριακές εξετάσεις

(βλέπε το αντίστοιχο υποκεφάλαιο στην ΙΠ).

 

Θεραπεία

Πάντα αιτιολογική (βλέπε το αντίστοιχο υποκεφάλαιο στην ΙΠ), ορισμένες φορές η συστηματική αντιχολινεργική θεραπεία έχει θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά υστερεί στο ότι ελλοχεύει κίνδυνος παρενεργειών, ο οποίος δυστυχώς συχνά υπερβαίνει τα οφέλη της θεραπείας.

Γενικά, όσο επιτρέπουν οι συνθήκες, χορηγείται συμπτωματική θεραπεία.

Σε νυχτερινή εφίδρωση μπορεί να χορηγηθεί δοκιμαστικά αμιτρυπτιλίνη 10-30 mg σε βραδινή δόση.

Σε συμπτώματα ανθεκτικά στη θεραπεία ενδεχομένως γνωσιακή θεραπεία, δηλαδή η εκμάθηση της διαχείρισης/ συμβίωσης με τα συμπτώματα.

Φαρμακευτική αγωγή

Αμιτρυπτιλίνη.

Αντιχολινεργικά: Τολτεροδίνη.

Σύμφωνα με τη δική μας επαγγελματική εμπειρία:

Αν απουσιάζουν σημεία λοίμωξης και δεν υπάρχει καθόλου υποψία για φαρμακευτικές παρενέργειες, συμβαίνει συχνά το μεγαλύτερο ποσοστό της αιτιολογίας των γενικευμένων εφιδρώσεων να προέρχεται από τη σφαίρα των ενοχλήσεων της μεταβατικής περιόδου της εμμηνόπαυσης/ του μεταβολισμού/του άγχους από την οπτική γωνία της γενικής ιατρικής

(Dr Isak Lindstedt, Trollhättan).

 
Τελευταία ενημέρωση: Σεπτέμβριος 2018