Πολυνευροπάθεια

ICD-10: G62

Ορισμός

Πολυνευροπάθεια ονομάζεται ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων, που χαρακτηρίζεται από διαταραχή των κινητικών, αισθητικών και/ή αυτόνομων περιφερικών νεύρων, κατά κανόνα συμμετρικά και αμφοτερόπλευρα.

 

Αιτία

Συνήθως άγνωστη (στο 75% περίπου των περιπτώσεων) παρά τη διερεύνηση.

Η παθολογική διαδικασία χαρακτηρίζεται από αξονική εκφύλιση (συνηθέστερα) ή απομυελίνωση.

Παρακάτω παρατίθεται μία σειρά από πιθανές αιτίες:

 

Ασθένειες έλλειψης (Β1 [συνηθισμένη σε αιθυλική αλκοόλη], Β6 και Β12, ακόμη και σε κοιλιοκάκη).

 

Συστημικά νοσήματα με μεταβολικές διαταραχές, (σακχαρώδης διαβήτης, ουραιμία, πορφυρία).

 

Διάφορα συστημικά νοσήματα (αμυλοείδωση, σαρκοείδωση).

 

Δηλητηριάσεις (από αλκοόλ, μέταλλα, όπως μόλυβδο, αρσενικό, υδράργυρο, χαλκό και θάλιο).

 

Διαλυτικές ουσίες (διαλυτικές ουσίες σε χρωστικές, βενζίνη/ λάδια, ακρυλαμίδια).

 

Κολλαγονώσεις (ρευματοειδής αρθρίτιδα, σαρκοείδωση, οζώδης πολυαρτηρίτιδα, σύνδρομο Sjögren, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος).

 

Απομακρυσμένη δράση κακοήθων νοσημάτων (ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους πνεύμονες, τις ωοθήκες, τον καρκίνο του μαστού και το μυέλωμα).

 

Λοιμώξεις (π.χ. μονοπυρήνωση, ηπατίτιδα, HIV, διφθερίτιδα, λέπρα, μπορέλια).

 

Φάρμακα (όπως στατίνες, δισουλφιράμη, νιτροφουραντοῒνη, φαινυτοῒνη, ισονιαζίδη και βινκριστίνη).

 

Αγγειακά αίτια λόγω αθηροσκλήρυνσης, αγγειίτιδα.

 

Ανοσολογικές νευροπάθειες (Guillain-Barré, χρόνια φλεγμονώδης πολυριζονευροπάθεια, παραπρωτεϊναιμία).

 

Κληρονομικές πολυνευροπάθειες, υπο-/υπερκαλιαιμία, υπο-/υπερασβεστιαιμία, υπερφωσφαταιμία, συμπίεση νωτιαίου μυελού, υποθυρεοειδισμός.

 

Συμπτώματα/ Αντικειμενική εξέταση

Αισθητηριακά και κινητικά ελλείμματα, όπως και αυτόνομη δυσλειτουργία.

Παρά τις διαφορετικές αιτίες συχνά η κλινική εικόνα είναι παρόμοια με μειωμένη την αίσθηση της δόνησης, μειωμένη εξωτερική αισθητικότητα, απώλεια αντανακλαστικών, παραισθησίες και μυϊκή αδυναμία συμμετρική αμοφοτερόπλευρα στα δάκτυλα των ποδιών και τα άκρα πόδια με κοντινή επέκταση (να θυμάστε ότι η μειωμένη αίσθηση δόνησης και τα αδύναμα αντανακλαστικά μπορεί να αποτελούν φυσιολογικό φαινόμενο σε μεγάλη ηλικία), τάση να σκοντάφτει.

 

Κατά κανόνα η δυσλειτουργία του αυτονόμου χαρακτηρίζεται από απώλεια της δυνατότητας για εφίδρωση.

Σε όψιμο στάδιο μπορεί να οδηγήσει σε ορθοστατική υπόταση, ανικανότητα, ατονία ουροδόχου κύστης, δυσκοιλιότητα και αίσθημα παλμών.

 

Διαφορική διάγνωση

Παρακακοήθειες (η αυτοάνοση αντίδραση λόγω ορισμένων κακοήθων όγκων μπορεί να προκαλέσει εικόνα πολυνευροπάθειας).

 

Διερεύνηση

Κλινική διάγνωση:

Αίσθημα δόνησης, εξωτερική αισθητικότητα, αντανακλαστικά (προσβάλλεται ειδικά ο αχίλλειος τένοντας), μυϊκή ισχύς, κ.ά.

 

Στη λήψη του ιστορικού προσέξτε τα εξής:

Διάρκεια συμπτωμάτων (ταχεία εξέλιξη;), έκθεση σε φάρμακα/ τοξικές ουσίες/ διαλυτικές ουσίες, κληρονομικότητα, άλλα ταυτόχρονα νοσήματα.

 

Σε οξεία πρόοδο:

Σκεφτείτε τη δηλητηρίαση, την υποξεία ανεπάρκεια και την κακοήθεια.

 

Εργαστηριακός έλεγχος:

Εξετάσεις γενικής φύσεως, όπως ΤΚΕ, γλυκόζη-πλ, θυρεοειδικό προφίλ, CRP, Ca-ορ, λεύκωμα-ορ, Νa, K, κρεατινίνη, ουρικό οξύ, ALAT, γGT, CDT, PEth, CPK, ηλεκτροφόρηση-ορού (Μ-πρωτεῒνη).

 

Γενικά ο εργαστηριακός έλεγχος κατευθύνεται ανάλογα με την κλινική εικόνα με επικέντρωση σε διαβήτη, ηπατική/ νεφρική ανεπάρκεια, έλλειψη-Β12 (συμπληρώστε με μεθυλομαλονικό οξύ ή ομοκυστεῒνη), αλκοολισμό, κακοήθεια.

Σε υποψία απομυελινωτικής πολυνευροπάθειας και αντίστοιχα μπορέλια, ΟΝΠ.

 

Μερικές φορές μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο της αναγκαιότητας εκτίμησης της ταχύτητας νεύρων, όπως και του ΗΜΓ/τος.

Μην ξεπερνάτε τα όρια, όσο αφορά τη διερεύνηση, αφού περίπου το 75% των πολυνευροπαθειών παραμένουν κρυπτογενείς παρά την ενδελεχή διερεύνηση.

 

Σε οξεία νόσηση ή βαριά συμπτώματα γίνεται παραπομπή σε νευρολόγο για διερεύνηση.

 

Θεραπεία

Στοχεύει στην αντιμετώπιση της κύριας νόσου.

Επανεκτιμήστε για επίγνωση της εξέλιξης.

Φυσιοθεραπεία με ασκήσεις μυϊκής δύναμης, προφύλαξη από τις συσπάσεις και ενδεχομένως βοηθητικά μέσα.

Η TENS βοηθάει ορισμένους από τους ασθενείς.

Χορηγείται αμιτριπτυλίνη κατά του νευροπαθητικού πόνου ή κλομιπραμίνη αρχικά σε χαμηλή δόση, η οποία τιτλοποιείται μέχρι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και ανάλογα με την ανοχή του από τον ασθενή.

Η δράση των αντιεπιληπτικών, όπως της καρβαμαζεπίνης, γκαμπαπεντίνης ή της πρεγκαμπαλίνης, μπορεί να είναι ωφέλιμη κατά των πόνων με τιτλοποίηση τους μέχρι το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η χρησιμότητα των κοινών αναλγητικών, συμπεριλαμβανομένων των οπιούχων σκευασμάτων, είναι φτωχή.


Φαρμακευτική αγωγή

Αμιτριπτυλίνη.

Β12: Υδροξυκοβαλαμίνη.

Γκαμπαπεντίνη.

Καρβαμαζεπίνη.

Κλομιπραμίνη.

Παρακεταμόλη/κωδεῒνη.

Πρεγκαμπαλίνη.

 
Τελευταία ενημέρωση: Σεπτέμβριος 2018