Καταναγκαστικές διαταραχές (Obsessive Compulsive Disorder/ OCD), Καταναγκαστικές σκέψεις

ICD-10: F42.8 || DSM-IV: 300.3

Ορισμός

Νευροβιολογική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες, ανεπιθύμητες, ενοχλητικές και δυσάρεστες σκέψεις (εμμονές = καταναγκαστικές ιδέες/καταναγκαστικές σκέψεις) και/ή επαναληπτικές τελετουργικές συμπεριφορές, τις οποίες το άτομο νιώθει ότι εξαναγκάζεται να τις εκτελέσει (compulsion = εξαναγκασμός).

 

Αιτίες

‘’Εν μέρει’’ γνωστές.

Ωστόσο υπάρχει συσχέτιση με σεροτονινεργική διαταραχή.

Η κατάσταση συνδέεται τόσο με κατάθλιψη, όσο και με αγχώδη διαταραχή, ισχυρή κληρονομικότητα.

 

Συμπτώματα

Οι καταναγκαστικές σκέψεις οδηγούν σε αυξημένο βαθμό άγχους, ο οποίος με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα το άτομο, που έχει προσβληθεί, στην προσπάθειά του να νιώσει απελευθερωμένο, εκτελεί αυτές τις ίδιες καταναγκαστικές πράξεις/ τελετουργίες.

Παρόλα αυτά το να εκτελέσει αυτές τις πράξεις δεν οδηγεί σε μία μόνιμη μεταβολή, αλλά αντίθετα επιδεινώνει τις καταναγκαστικές σκέψεις.

 

Συνηθισμένες καταναγκαστικές ιδέες:

Σχετικά με τη βρωμιά, τα βακτηρίδια και τις μολύνσεις, φόβος ότι θα γίνει βίαιος/η ή επιθετικός/ή, φόβος ότι θα κάνει ζημιά σε κάποιον (π.χ. φόβος ότι έχει πατήσει κάποιον με το αυτοκίνητο) ή υπερβολική ανάληψη ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων, υπέρμετρος φόβος για συμβάντα ή σκέψεις σεξουαλικού περιεχομένου.

Δίνεται υπερβολική σημασία στην τάξη ή τη συμμετρία, αδυναμία απόρριψης φθαρμένων αντικειμένων, που κατέχει κτλ.

 

Συνηθισμένες καταναγκαστικές πράξεις/ τελετουργίες:

Υπερβολικό πλύσιμο χεριών ή ντους, καθαρισμός του περιβάλλοντος χώρου, μέτρηση, έλεγχος και τακτοποίηση των αντικειμένων, που βρίσκονται στην κατοχή του σύμφωνα με ορισμένα πρότυπα.

 

Οι OCD μπορεί να εκτείνονται από μία ήπια ενόχληση μέχρι ένα πραγματικό μαρτύριο.

Τα άτομα σπάνια αναζητούν βοήθεια για την ίδια την ενόχληση, αλλά αυτά συνήθως διαπιστώνονται σε συσχέτιση με μία προσεκτική λήψη ιστορικού ή σε επανειλημμένη επικοινωνία.

 

Το 80% περίπου παρουσιάζουν και τα δύο, δηλαδή καταναγκαστικές σκέψεις και καταναγκαστικές πράξεις, ενώ τα υπόλοιπα άτομα διαθέτουν είτε το ένα είτε το άλλο.

Οι καταναγκαστικές σκέψεις/-πράξεις χρειάζεται να παρουσιάζονται περισσότερο από μία ώρα/ημέρα, να συνεπάγονται ταλαιπωρία/ μειωμένη λειτουργικότητα και να εκδηλώνονται παρά την επίγνωση από τον ασθενή ότι δεν είναι πραγματικές.

 

Συχνά ξεκινούν στην παιδική ηλικία ή στην πρώιμη εφηβεία και συχνά χαρακτηρίζονται από μία χρόνια πορεία με σημαντική ταλαιπωρία στη ζωή του ατόμου.

 

Είναι συνηθισμένη η συνύπαρξη κατάθλιψης, όπως και αγχώδους διαταραχής.

 

Οι καταναγκαστικές σκέψεις/ καταναγκαστικές πράξεις σπάνια συνεπάγονται αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.

Συχνά σε κάτι τέτοιο υπάρχει ψυχωσικό υπόβαθρο.

 

Αντικειμενική εξέταση

Η διάγνωση γίνεται αποκλειστικά με συζήτηση.

Δεν υπάρχει καμία ειδική δοκιμασία, με την οποία να μπορεί να μπει η διάγνωση.

Για τα ειδικά κριτήρια βλέπε στο DSM-IV!

 

Διαφορική διάγνωση

Κατάθλιψη και/ή αγχώδης διαταραχή. Βλέπε το υποκεφάλαιο ‘’Κατάθλιψη’’, αντίστοιχα ‘’Άγχος. Ανησυχία’’ στο παρόν κεφάλαιο.

 

Νευροψυχιατρικές λειτουργικές διαταραχές (ADHD, διαταραχή αυτιστικού φάσματος: Αυτισμός, Σύνδρομο Asperger ή Tourette).

Εδώ οι τελετουργίες δε σχετίζονται με άγχος, γιατί αυξάνουν το αίσθημα του ατόμου για πρόβλεψη και έλεγχο.

 

Ψυχοκοινωνικά προβλήματα (ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, εκφοβισμός [mobbning]; Προβλήματα με τους γονείς; Ψυχοτραυματικά επεισόδια;).

 

Σχιζοφρένεια (η διαφορά από τις καταναγκαστικές σκέψεις, αντίστοιχα καταναγκαστικές πράξεις είναι ότι στη σχιζοφρένεια συχνά πρόκειται για σκέψεις με προστακτικό χαρακτήρα ή σχόλια σε βάρος του ασθενή).

 

Θεραπεία

Η βέλτιστη θεραπεία είναι ο συνδυασμός γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας, ΓΣΨ με έκθεση και πρόληψη της αντίδρασης, ERP και φαρμακευτική θεραπεία.

Με αυτό επιτυγχάνεται καλύτερο αποτέλεσμα από ό,τι η κάθε θεραπεία ξεχωριστά.

Χορηγούνται φάρμακα της μορφής των σκευασμάτων-SSRI ή τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών με σεροτονινεργική δράση (κλομιπραμίνη, πιθανόν να είναι πιο αποτελεσματική από SSRI).

Το σκεύασμα είναι αποτελεσματικό τόσο σε καταναγκαστικές σκέψεις, όσο και σε καταναγκαστικές πράξεις.

Η αύξηση της δόσης μπορεί να γίνει, όταν υπάρχει ανάγκη μετά από 6-8 εβδομάδες στη μέγιστη δόση.

 

Σε αστοχία της θεραπείας υποκρύπτεται συχνά θεραπεία για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (λιγότερο από 12 εβδομάδες) ή σε πολύ χαμηλή δόση.

Συμμόρφωση;

 

Η θεραπεία πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 12 μήνες, συχνότερα περισσότερο.

Στα περισσότερα άτομα εκδηλώνεται υποτροπή, όταν διακοπεί η θεραπεία.

Ενδεχομένως να επιχειρήσετε προοδευτική μείωση της δόσης μέχρι τη διακοπή του φαρμάκου.

 

Άτομα με ανθεκτικότητα στη θεραπεία παραπέμπονται σε ψυχίατρο μεταξύ άλλων με το ερώτημα για την αναγκαιότητα συμπληρωματικής θεραπείας (SSRI + κλομιπραμίνη, το καθένα τους σε υψηλή δόση, ορισμένες φορές περισσότερο από τη μέγιστη δόση, που αναφέρεται από τον ΕΟΦ), ίσως κλομιπραμίνη ενδοφλέβια, ενδεχομένως προσθήκη ρισπεριδόνης 0,5-2 mg.

Το ενδεχόμενο χορήγησης εξετάζεται μεταξύ άλλων σε τικς.

Σε πολλά από τα άτομα, στα οποία δε δρα, επιτυγχάνεται θετικό αποτέλεσμα με την προσθήκη κουετιαπίνης, ίσως κλοναζεπάμης σε άγχος.

 

Οδηγίες σύμφωνα με τη δική μας επαγγελματική εμπειρία:

Καλύτερα από όλα τα σκευάσματα-SSRI σε OCD λειτουργεί η παροξετίνη, συχνά σε υψηλές δόσεις.

Εναλλακτική λύση αποτελεί η κλομιπραμίνη.

Είναι καλό να ξεκινήσετε τη φαρμακευτική θεραπεία πριν από την έναρξη της γνωσιακής θεραπείας.

Επιτυγχάνεται η βέλτιστη συνολική δράση!

 

Η θεραπεία συντήρησης με φάρμακα συχνά μπορεί να αποτρέψει τον ασθενή από το να ‘’αλλάξει’’ το αντικείμενο των καταναγκαστικών πράξεων και των καταναγκαστικών σκέψεων, αλλιώς κάτι τέτοιο είναι συνηθισμένο

(Dr Martin Rosell, Göteborg).

 

Φαρμακευτική αγωγή

 

Κλομιπραμίνη.

Παροξετίνη.

Σερτραλίνη.

Τελευταία ενημέρωση: Σεπτέμβριος 2018