Οφθαλμικά νοσήματα, που επηρεάζουν την όραση – Καταρράκτης

ICD-10: H25

Ορισμός

Προοδευτικές θολώσεις του φακού, που ελαττώνουν την οπτική οξύτητα.

 

Αιτιολογία

Η συνήθης μορφή είναι εκείνη που σχετίζεται με την ηλικία.

Μπορούν όμως να προσβληθούν και νεαρά άτομα, ακόμη και παιδιά.

Ο καταρράκτης ξεκινάει νωρίτερα σε διαβητικούς τύπου-2, σε άτομα με μακροχρόνια θεραπεία κορτικοστεροειδών, σε υπερτασικούς.

 

Μπορεί να προκληθεί από/ επιδεινωθεί από κάπνισμα, τραυματισμό και/ή υπέρυθρη ακτινοβολία.

Ο συγγενής καταρράκτης εκδηλώνεται σε περίπου 150 περιπτώσεις το χρόνο στη Σουηδία.

 

Συμπτώματα

Βραδεία προοδευτική μείωση της όρασης.

Τα συμπτώματα είναι ιδιαίτερα έντονα στη μακρινή όραση.

Η μείωση της όρασης είναι πιο ενοχλητική σε οπίσθιο φωτισμό.

Όταν πρόκειται για νεαρά άτομα, η εξέλιξη είναι κατά κανόνα σημαντικά ταχύτερη.

 

Αντικειμενική εξέταση

Κατά την εξέταση με άμεση οφθαλμοσκόπηση μπορεί συχνά κανείς να δει τις θολερότητες του φακού ή το ελαττωμένο ερυθρό αντανακλαστικό.

Τις περισσότερες φορές προσβάλλονται και οι δύο οφθαλμοί, αλλά η βλάβη συνήθως ξεκινάει πρώτα από τον ένα οφθαλμό.

Δεν αποτελεί ασυνήθιστη περίπτωση ο καταρράκτης να διαπιστώνεται αρχικά από οπτικό.

 

Θεραπεία

Παραπομπή σε οφθαλμίατρο τόσο για επιβεβαίωση της διάγνωσης, όσο και για διαγνωστικό ερώτημα σχετικά με την αναγκαιότητα επέμβασης.

 

Σήμερα η επέμβαση καταρράκτη αποτελεί μία πολύ απλή διαδικασία για τους ασθενείς, που συνήθως διενεργείται σε εξωτερικά ιατρεία, χωρίς να απαιτείται νοσηλεία του ασθενή, με τοπική μόνο αναισθησία, ενώ η ανάρρωση είναι πολύ σύντομη.

 

Ο φυσικός φακός του ασθενή αντικαθίσταται από τεχνητό.

Ένας έμπειρος χειρουργός χρειάζεται για την επέμβαση όχι περισσότερο από 10-15 λεπτά.

 

Επιπλοκές, που μπορεί να απειλήσουν την όραση του ασθενή, συμβαίνουν εξαιρετικά σπάνια.

 

Η μετεγχειρητική θόλωση του περιφακίου – δευτερογενής καταρράκτης – δεν είναι εντελώς ασυνήθιστη, ιδιαίτερα σε νέους ασθενείς.

Η συμπτωματολογία περιλαμβάνει την επανεμφάνιση θολής όρασης και θάμβος της όρασης.

Ο δευτερογενής καταρράκτης μετά από εγχείρηση καταρράκτη θεραπεύεται εύκολα με λέιζερ.

 

Ο συγγενής καταρράκτης πρέπει να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, εφόσον δεν επηρεάζεται σοβαρά η ανάπτυξη της όρασης.

Η διάγνωση πρέπει να έχει ήδη γίνει από τον παιδίατρο στο μαιευτήριο ή το αργότερο κατά τον πρώτο έλεγχο στο παιδιατρικό τμήμα του ΚΥ.

Η διάγνωσή του είναι εύκολη κατά την εξέταση με άμεση οφθαλμοσκόπηση, στην οποία διαπιστώνεται ότι λείπει το ερυθρό αντανακλαστικό.

Δεν υπάρχει καμία διαθέσιμη φαρμακευτική θεραπεία για τον καταρράκτη.

 
Τελευταία ενημέρωση: Σεπτέμβριος 2018