Θεραπεία
Είναι βασική αρχή να ξεκινάει η θεραπεία της ψύχωσης του ασθενή, όσο πιο γρήγορα γίνεται, έγκαιρη επικοινωνία με ψυχιατρική κλινική.
Αν υπάρχει η δυνατότητα, περιμένετε περίπου μία εβδομάδα, για να δείτε, αν προκύπτει αυτόματη βελτίωση και σχηματίστε μία ομάδα θεραπείας.
Αρχικά εξασφαλίστε το νυκτερινό ύπνο και την ανακούφιση από το άγχος.
Η θεραπεία αποτελείται από ένα συδυασμό φαρμάκων, ψυχοκοινωνικής στήριξης και περίθαλψη.
Επειγόντως μπορείτε να κάνετε ενέσεις αλοπεριδόλης + προμεθαζίνης, ίσως ακόμη και ένεση βιπεριδένης.
Η ECT μπορεί να έχει ένδειξη σε οξεία ψύχωση/ επιλόχεια ψύχωση.
Όλες οι ψυχώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά με νευροληπτικά (π.χ. 5 – 10 mg Ολανζαπίνης x 2 ή εναλλακτικά 1 – 2 mg ρισπεριδόνης x 2 ή εναλλακτικά 15 – 20 mg αριπιπραζόλης).
Εξαίρεση αποτελούν οι ψυχώσεις από αμφεταμίνη, οι οποίες αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με υψηλές δόσεις βενζοδιαζεπινών.
Στη συνέχεια διακόπτεται η χορήγηση βενζοδιαζεπινών.
Η βιπεριδένη χορηγείται, όταν χρειαστεί συγχρόνως με τα νευροληπτικά.
Η κλοζαπίνη είναι το καλύτερο σκεύασμα, όσο αφορά την αποτελεσματικότητα σε ψυχώσεις ανθεκτικές στη θεραπεία, αλλά χαρακτηρίζεται από σημαντικές δυνητικές παρενέργειες.
Συνταγογραφείται από ψυχίατρο!
Σε όλες τις ψυχώσεις σε ανησυχία και διαταραχή ύπνου μπορεί αρχικά να χρειαστεί προσθήκη σχετικά υψηλών δόσεων βενζοδιαζεπινών, π.χ. λοραζεπάμης 2-10 mg/ 24ωρο (συχνά απαιτούνται μεγαλύτερες δόσεις στις μανίες).
Η θεραπεία, που χορηγείται στις συναισθηματικές ψυχώσεις, είναι, όπως στη διπολική διαταραχή.
Παρόλα αυτά χορηγούνται υψηλότερες δόσεις νευροληπτικών από εκείνες, που αναφέρονται.
Τα αντικαταθλιπτικά διακόπτονται σε κλινική εικόνα μανίας/ υπομανίας.
Οι σχιζοφρενικές ψυχώσεις πρέπει να παραπέμπονται σε ψυχιατρική κλινική, για να υπάρχει πρόσβαση σε κοινωνικοψυχιατρικό πρόγραμμα περίθαλψης.
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι η πλήρης αντιψυχωσική δράση των νευροληπτικών, που χορηγούνται, μπορεί να χρειαστεί μέχρι 1 – 6 μήνες.
Ωστόσο χρειάζεται ψυχραιμία και αναμονή μέχρι την πλήρη δράση χωρίς γρήγορη αύξηση των δόσεων.
Στις συνηθισμένες περιπτώσεις δεν πρέπει να χορηγείται συνδυασμός διαφορετικών τύπων νευροληπτικών.
Τα άτυπα νευροληπτικά συγκριτικά με τα κλασικά νευροληπτικά (π.χ. αλοπεριδόλη) προκαλούν λιγότερες και μικρότερης έντασης εξωπυραμιδικές παρενέργειες, λιγότερες γνωσιακές διαταραχές (λιγότερη ‘’αμβλύτητα’’).
Επιδρούν ακόμη και στα ονομαζόμενα αρνητικά συμπτώματα (συναισθηματική αμβλύτητα, αβουλησία).
Η μείωση της δόσης γίνεται προσεκτικά με μέγιστο το 20% της δόσης σε κάθε μείωση, η οποία γίνεται κάθε 6ο – 12ο μήνα.
Οι συγγενείς συμμετέχουν στη θεραπευτική αντιμετώπιση και το θεραπευτικό στόχο.
Όταν χρειάζεται, επικοινωνία με την κοινωνική υπηρεσία, το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, τον κρατικό οργανισμό εύρεσης εργασίας κτλ.
Οδηγίες σύμφωνα με τη δική μας επαγγελματική εμπειρία:
Η είσοδος στη θεραπεία με τα κλασικά και αντίστοιχα άτυπα νευροληπτικά απέχει μακριά από το να θεωρείται ξεκάθαρη, αφού τόσο οι δράσεις, όσο και οι παρενέργειες του φαρμάκου επικαλύπτουν σημαντικά η μία την άλλη.
Ορισμένες φορές είναι καλύτερα να επιλέγεται χορήγηση κλασικών νευροληπτικών σε μορφή βραδείας αποδέσμευσης, από το να χορηγούνται άτυπα, τα οποία ο ασθενής πρέπει να τα παίρνει σε καθημερινή βάση, οπότε σε αυτήν την περίπτωση συχνά ξεχνάει να τα πάρει.
Να μη χορηγείται αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή συγχρόνως με αντιψυχωσική.
Ο συνδυασμός μπορεί να προκαλέσει προσωρινή βελτίωση (η οποία πιθανόν να οφείλεται στον ανταγωνισμό του καταβολισμού/ μεταβολισμού του νευροληπτικού), αλλά οδηγεί σε άλογη επιδείνωση, όσο αφορά τη μακροχρόνια προοπτική.
(Dr Martin Rosell, Götebrog)