Βλέπε επίσης το υποκεφάλαιο Ακουστικά βαρηκοΐας στο παρόν κεφάλαιο.
Ορισμός
Μειωμένη ικανότητα ακρόασης ήχων σε διάφορες καταστάσεις, ιδιαίτερα του λόγου.
Διάκριση σε ήπια (21 – 39 dB), μέτρια (40 – 69 dB), σοβαρή (70 – 90 dB).
Υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ HEAR (Ευρώπης) και του Π.Ο.Υ., όσο αφορά τη διάκριση της μέτριας/ σοβαρής μείωσης ακοής.
Αιτιολογία
Βαρηκοΐα αγωγιμότητας:
Εκκριτική μέση ωτίτιδα, βύσμα κυψελίδας, διάτρηση τυμπανικού υμένα (χτύπημα, πλήξη από μπάλα στο αυτί, πτώση στην επιφάνεια νερού, ‘’σκάλισμα’’ αυτιού), εξοστώσεις, χολοστεάτωμα, καθήλωση ακουστικών οσταρίων, βλάβη στην ακουστική αλυσίδα, συγγενής ατρησία (απουσία ακουστικού πόρου).
Νευροαισθητήρια βαρηκοΐα:
Συγγενείς ή επίκτητες βλάβες στο εσωτερικό αυτί (κοχλιακές) αποτελούν την πιο συνηθισμένη αιτία βαρηκοΐας:
Φυσιολογικές μεταβολές λόγω ηλικίας (πρεσβυακουσία) και ακουστικά τραύματα αποτελούν την πολυπληθέστερη κατηγορία.
Κληρονομικοί παράγοντες (γενετικές βλάβες) αποτελούν τη συνηθέστερη αιτία συγγενούς βαρηκοῒας, αλλά μπορεί επιπλέον να συμβάλλουν σε βλάβες από έντονους ήχους, ωτοτοξικές βλάβες και άλλες περιπτώσεις απώλειας ακοής όψιμης έναρξης.
Τα μέτρα προστασίας ακοής σε χώρους εργασίας έχουν βελτιωθεί, αλλά πολλά άτομα βρίσκονται εκτεθειμένα σε ήχους επιβλαβείς για την ακοή κατά τον ελεύθερο χρόνο, π.χ. από συσκευές αναπαραγωγής μουσικής, κινητήρες και σκοποβολή.
Να επιλέγεται η χρήση ακουστικών κεφαλής αντί για ακουστικά (‘’ψείρες’’), τα οποία τοποθετούνται μέσα στον ακουστικό πόρο και βρίσκονται πολύ κοντά στον τυμπανικό υμένα.
Είναι σημαντικό να παρεμβάλλεται κάποια παύση κατά την ακρόαση δυνατών ήχων, για να αποφευχτούν βλάβες.
Ο χρόνος έκθεσης σε ήχους υψηλής έντασης είναι καθοριστικός για την πρόκληση βλάβης.
Άλλες αιτίες βαρηκοΐας:
Ξαφνική κώφωση, νόσος Menière, λοιμώξεις, διαταραχές κυκλοφορικού, ωτοτοξικά φαρμακευτικά σκευάσματα, όγκοι (π.χ. ακουστικός όγκος), τραυματισμοί, αυτοάνοσα νοσήματα.
Ψυχογενής βαρηκοΐα:
Χωρίς οργανική αιτία, ακούσια αντίδραση από τα βαρήκοα άτομα για απώθηση του ακουστικού ερεθίσματος (διαφέρει από προσομοίωση).
Συμπτώματα
Βαρηκοΐα αγωγιμότητας:
Μείωση της έντασης του ήχου, αλλά συνήθως όχι παραμόρφωση.
Νευροαισθητήρια βαρηκοΐα:
Αδυναμία αντίληψης των τόνων στις (συνηθισμένες) χαμηλές συχνότητες, απώλεια του ήχου των συμφώνων, στην οποία οι ακουστοί ήχοι γίνονται αντιληπτοί σε παραμορφωμένη μορφή.
Το κοινωνικό ενδιαφέρον απώλειας της ακοής στο αυτί με την καλύτερη ακοή είναι απώλεια μεγαλύτερη των 30-35 dB στο πεδίο του λόγου (=500, 1000, 2000 Hz).
Ωστόσο υπάρχουν μεγάλες διαφορές από άτομο σε άτομο – μεταξύ άλλων, όσο αφορά το επαγγελματικό περιβάλλον.
Η ικανότητα της αντίληψης του λόγου σε περιβάλλον με θορυβώδη περίγυρο εξαρτάται στενά από την ικανότητα ακοής συχνοτήτων 3000 και 4000 Hz.
Στο ακουστικό τραύμα παρουσιάζεται αρχικά μείωση στα 6000 Hz, μετά ακόμη και στα 4000 Hz και τις χαμηλότερες συχνότητες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το κατώφλι ήχου είναι καλύτερο στα 8000 Hz από ό,τι στα 6000 Hz (’’χάσμα στο κατώφλι ήχου’’).
Τα προειδοποιητικά σημεία ακουστικού τραύματος είναι υπερακουσία, εμβοές, αίσθημα πίεσης αυτιού, ενδεχομένως παραφωνία (=παραμορφωμένοι ήχοι).
Στη γεροντική βαρηκοΐα (πρεσβυακουσία) παρουσιάζεται αυξανόμενη μείωση της ικανότητας ακοής ήχων χαμηλής συχνότητας, συχνά λείπει το ’’χάσμα’’ στα 6000 και 4000 Hz.
Σε βαρηκοῒα τύπου αγωγιμότητας παρουσιάζεται μείωση ολόκληρης της καμπύλης στο κατώφλι του ήχου το ανώτερο μέχρι 60 dB, όταν η λειτουργικότητα του εσωτερικού αυτιού είναι άρτια.
Στη νόσο Ménière αρχικά υπάρχει μονόπλευρη κυμαινόμενη μείωση στη βάση του κατωφλιού ήχου, η οποία στη συνέχεια περιλαμβάνει όλο το εύρος των συχνοτήτων.
Στη διάτρηση τυμπανικού υμένα, που αποτελεί αιφνίδια κατάσταση (από χτύπημα, πλήξη αυτιού από μπάλα κ.ά.), προκαλείται στιγμιαία μονόπλευρη απώλεια ακοής.


