Θεραπεία
1) Κάνετε αμέσως ΗΚΓ-ηρεμίας και εκτιμήστε τυχόν ύπαρξη ανάσπασης-ST/ κατάσπασης-ST/ αρνητικοποίησης-Τ και ύπαρξης αρρυθμίας.
2) Τοποθετήστε φλεβική γραμμή.
3) Αν είναι δυνατό, επαγρύπνηση-ρυθμού.
4) Καλέστε ασθενοφόρο.
5) Χορηγήστε οξυγόνο με ρινικό καθετήρα (γυαλάκια) 3-5 L/λεπτό (προσοχή σε ΧΑΠ).
6) Χορηγήστε αναλγητικά, μορφίνη 2,5-10 mg ενδοφλέβια ή υποδόρια, καθώς και σπρέι τρινιτρικής γλυκερίνης.
7) Σε ισχυρή υποψία εμφράγματος μυοκαρδίου χορηγήστε ακετυλοσαλικυλικό οξύ 160 mg, 2 x1.
8) Διακομιδή σε Μονάδα Εμφραγμάτων.
9) Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται σε ημικαθιστή θέση.
Εκτιμήστε τυχόν ύπαρξη καρδιακής ανεπάρκειας
(πνευμονικοί ρόγχοι; 3ος -4ος καρδιακός τόνος; Συμφόρηση φλεβών τραχήλου;).
Αν ναι, χορηγήστε ενδοφλέβια φουροσεμίδη 20-40 mg ή μεγαλύτερη δόση σε νεφρική ανεπάρκεια.
Αν είναι δυνατόν (σε νοσοκομείο) ελαττώστε τις σφύξεις/ την αρτηριακή πίεση με ενδοφλέβια χορήγηση βήτα αποκλειστή, π.χ. μετοπρολόλη 5 mg.
Mπορείτε να επαναλάβετε μέχρι τη μέγιστη δόση των 15 mg.
Αντενδείξεις:
Σφύξεις < 60 χτύπους/λεπτό, συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mmHg, ρόγχοι > 10 cm πάνω από τις βάσεις των πνευμόνων, κΚ-αποκλεισμός, άσθμα.
Καρδιο-Αναπνευστική αναζωογόνηση.
Συνοπτικά σε ενήλικο άτομο με απουσία σφύξεων και αναπνοής συστήνονται 30 θωρακικές συμπιέσεις, που συνοδεύονται από 2 εμφυσήσεις.
Στη συνέχεια 30 νέες θωρακικές συμπιέσεις, που συνοδεύονται από 2 εμφυσήσεις κ.ο.κ.
Το άκρο χέρι τοποθετείται στο μέσο του στήθους – ανάμεσα στις θηλές.
Πιέστε δυνατά και γρήγορα, βάθος συμπίεσης 5 εκ. με ρυθμό 100/λεπτό.
Απινιδώστε (εφόσον είναι διαθέσιμος ο απαραίτητος εξοπλισμός) μέσα σε 2 λεπτά.
Χορήγηση οξυγόνου όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, 10-15 L/λεπτό.
Αντιμετώπιση μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου:
Γενικά αποτελεί ρουτίνα στην εποχή μας να διενεργείται ακτινολογικός έλεγχος των στεφανιαίων αγγείων και στη συνέχεια να επιχειρείται επεμβατική επαναγγείωση (διάταση με μπαλόνι και επέμβαση στεφανιαίων αγγείων).
Στο 6-8% των ατόμων, που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου, δεν υπάρχουν σημαντικές στενώσεις στα στεφανιαία αγγεία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται εξέταση με μαγνητική τομογραφία με το διαγνωστικό ερώτημα της μυοκαρδίτιδας.
Τα μέτρα δευτερογενούς πρόληψης είναι σημαντικά, για να αποφευχτεί η επανάληψη των ισχαιμικών φαινομένων και περιγράφεται εδώ με συντομία
(Για περισσότερα βλέπε το υποκεφάλαιο Πρόληψη καρδιαγγειακών νόσων στο παρόν κεφάλαιο).
Θα πρέπει να ενθαρρύνεται η διακοπή του καπνίσματος σε κάθε επίσκεψη.
Οδηγίες για αυξημένη φυσική δραστηριότητα/μείωση της καθιστική ζωής, διαιτητικές οδηγίες, μείωση βάρους σώματος, ρύθμιση του διαβήτη, όπως και της υπέρτασης, ανασκόπηση του λιπιδαιμικού προφίλ.
Στο διαβήτη απαιτείται επαρκής ρύθμιση του σακχάρου και των λιπιδίων.
Η επανεκτίμηση της λειτουργίας των κοιλιών με ΥΚΓ αποτελεί εξέταση ρουτίνας μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, αν και παρατηρούνται κάποιες διαφορές από περιοχή σε περιοχή (της Σουηδίας).
Σε υποψία καρδιακής ανεπάρκειας επισυνάπτεται πάντα παραπεμπτικό για ΥΚΓ.
Φαρμακευτικά σκευάσματα:
Σχετικά με την προφύλαξη με Ακετυλοσαλικυλικό οξύ βλέπε το αντίστοιχο υποκεφάλαιο.
Συχνά χορηγείται Ακευτολοσαλικυλικό οξύ 75 mg x1 + για διάρκεια περίπου 12 μηνών πρασουγρέλη ή τικαγρελόρη.
Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από τη διενέργεια ή όχι επαναγγείωσης του ασθενή.
Εναλλακτική λύση αποτελεί η κλοπιδογρέλη, σε περίπτωση δυσανεξίας στην πρασουγρέλη ή την τικαγρελόρη.
Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες η πρασουγρέλη ή η τικαγρελόρη αποτελούν φάρμακα πρώτης εκλογής ως προσθήκη στο Ακετυλοσαλικυλικό οξύ μετά από ΝSTEMI (έμφραγμα μυοκαρδίου χωρίς ανάσπαση-ST) σε δόση συντήρησης 90 mg x2, που συχνά συστήνεται για διάρκεια 12 μηνών.
Μετά από εκτεταμένο έμφραγμα μυοκαρδίου αντί για ΑΣΟ χορηγείται ασενοκουμαρόλη, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει καρδιακή ανεπάρκεια.
Όσο αφορά τη θεραπεία ασθενών, που έχουν υποστεί πρόσφατα έμφραγμα μυοκαρδίου και εκδηλώνουν συμπτώματα ανεπάρκειας ή παρουσιάζουν ασυμπτωματική συστολική δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, πλεονεκτεί στη μετέπειτα πορεία η χορήγηση αναστολέων-ΜΕΑ ή εναλλακτικά ανταγωνιστών υποδοχέων αγγειοτασίνης (ARB).
Τα παραπάνω σκευάσματα αποτελούν επίσης κατάλληλη επιλογή στη θεραπεία της υπέρτασης, που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατάσταση (βλέπε επίσης το υποκεφάλαιο Καρδιακή ανεπάρκεια).
Οι στατίνες χορηγούνται σε πολυάριθμους ασθενείς, που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου, ώστε να επιτευχτεί η τιμή-στόχος
της ολικής χοληστερόλης < 4,5 [175] και
της LDL < 2,6 mmol/L [100 mg/dL]
(σε πολύ υψηλό κίνδυνο συστήνεται LDL < 1,8 mmol/L [70 mg/dL])
ως θεραπεία ‘’διά βίου’’.
Οι βήτα-αποκλειστές χορηγούνται σε όλους μέχρι 2 έτη μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου και η χορήγησή τους συνεχίζεται και μετά τα 2 έτη στην πλειοψηφία των ασθενών, εφόσον απουσιάζουν οι παρενέργειες.
Συχνά ισχύει η διατήρηση της χορήγησης βήτα αποκλειστή σε στηθάγχη ηρεμίας, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια.
Αποκατάσταση:
Ο στόχος γενικά είναι κανονική φυσική δραστηριότητα και φυσιολογική ζωή.
Στις φυσιολογικές περιπτώσεις (όταν απουσιάζουν η στηθάγχη ή η ανεπάρκεια) ο ασθενής επιστρέφει στην εργασία του σε 4-8 εβδομάδες μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, 8-12 εβδομάδες μετά από bypass και ακόμη πιο σύντομα μετά από PTCA.
Οδηγίες για γρήγορο βάδισμα 30 λεπτών καθημερινά.
Όλα αυτά, εφόσον νιώθει καλά.
Η ανησυχία και η κατάθλιψη αποτελούν συχνές αντιδράσεις μετά από έμφραγμα και αποτελούν από μόνες τους παράγοντες κινδύνου για επανεμφάνιση της νόσου.
Αντιμετωπίζονται αρχικά με SSRI.
Σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα στηθάγχη μετά από προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου, διάταση με μπαλόνι ή επέμβαση στεφανιαίων, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής για δοκιμασία κόπωσης/ εκτίμηση από καρδιολόγο για βελτιστοποίηση της θεραπείας και να εξετάζεται το ενδεχόμενο νέας εξέτασης των στεφανιαίων αγγείων.
Φαρμακευτική αγωγή
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Αναστολείς-ΜΕΑ:
Εναλαπρίλη | Ραμιπρίλη.
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης (ARB):
Καντεσαρτάνη | Λοσαρτάνη | Βαλσαρτάνη.
Βήτα-αποκλειστές:
Μπισοπρολόλη | Μετοπρολόλη.
Διουρητικά:
Βενδροφλουμεθειαζίδη + Χλωριούχο κάλιο | Φουροσεμίδη | Βενδροφλουμεθειαζίδη | Σπιρονολακτόνη.
Κλοπιδογρέλη.
Πρασουγρέλη.
Στατίνες:
Σιμβαστατίνη | Ατορβαστατίνη.
Τικαγρελόρη.