Ορισμός
Επισκληρίτιδα:
Μία επιφανειακή φλεγμονώδης διεργασία στο επισκλήριο, το συνδετικό ιστό μεταξύ του επιπεφυκότα και του σκληρού.
Σκληρίτιδα:
Μία φλεγμονώδης διεργασία σε βαθύτερο επίπεδο.
Αιτιολογία
Ανοσολογική.
Συμπτώματα
Ερυθρότητα, άλγος και ευαισθησία, συχνότερα μονόπλευρη.
Αντικειμενική Εξέταση
Επισκληρίτιδα:
Διευρυσμένα αγγεία στον επιπεφυκότα και κάτω από την επιφάνεια του επιπεφυκότα σε ένα τμήμα της περιοχής.
Χωρίς εμφανή ερυθρότητα βαθύτερα και με αρκετά ήπια ευαισθησία στην ψηλάφηση.
Σκληρίτιδα:
Έντονο άλγος, επίσης άλγος και στις κινήσεις του οφθαλμού και έντονη ευαισθησία στην ψηλάφηση.
Εκτός από τα διευρυσμένα αγγεία στην επιφάνεια, διαπιστώνεται μία εντοπισμένη ερυθρότητα βαθύτερα, η οποία μερικές φορές έχει κυανέρυθρη χροιά.
Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε διάτρηση του βολβού.
Θεραπεία
Στις ήπιες μορφές επισκληρίτιδας επέρχεται συχνά αυτόματη ίαση χωρίς θεραπεία.
Αν ο ασθενής αναφέρει επανειλημμένα επεισόδια το τελευταίο χρονικό διάστημα ή αν τα συμπτώματα είναι έντονα, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με ενστάλλαξη σταγόνων στεροειδών.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη θεραπεία πρέπει πάντοτε να χορηγείται από ή σε στενή συνεργασία με οφθαλμίατρο.
Όλοι οι ασθενείς, που έχουν προσβληθεί από σκληρίτιδα (ασυνήθιστη), πρέπει πάντα να παραπέμπονται σε οφθαλμίατρο.
Φαρμακευτική αγωγή
Δεξαμεθαζόνη: Οφθαλμικές σταγόνες.