Ορισμός
Επίκτητη κηλιδώδης απώλεια της μελάγχρωσης του εξωδέρματος, η οποία οδηγεί στη λευκή σαν κιμωλία εμφάνιση των προσβλημένων περιοχών.
Μερικές φορές προσβάλλονται ακόμη και τα τριχοθυλάκια.
Αιτία
Γενικευμένη λεύκη – αυτοάνοσο νόσημα με 10% περίπου κληρονομικότητα.
Συνδέεται με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως τις θυρεοειδίτιδες, τη νόσο του Addison, το σακχαρώδη διαβήτη τύπου-1, την κοιλιοκάκη, τη ΡΑ, την ατροφική γαστρίτιδα κ.ά.
Η τμηματική λεύκη – προκαλείται από ουσίες, που παράγονται στις απολήξεις των νεύρων, όπου προκύπτει η έλλειψη της μελάγχρωσης (όχι αυτοάνοση ούτε κληρονομική).
Και στις δύο μορφές το στρες και η ψυχική καταπόνηση σχετίζονται με επιδείνωση.
Συμπτώματα
Γενικευμένη λεύκη – η πιο συχνή (1-2% του συνόλου του ανθρώπινου πληθυσμού).
Συχνά ξεκινάει στην εφηβεία.
Οι πιο συχνές περιοχές εντόπισης είναι:
Γύρω από το στόμα, τα βλέφαρα, οι μασχάλες, τα χέρια, τα πόδια, οι αγκώνες, τα γόνατα, καθώς και η γεννητική περιοχή.
Η επέκταση των κηλίδων συχνά αυξάνει αργόσυρτα με την πάροδο του χρόνου, αλλά σε μεμονωμένες περιπτώσεις επεκτείνεται γρήγορα σε διάρκεια μηνών.
Παρουσιάζεται κάποια επαναφορά της μελάγχρωσης.
Τμηματική λεύκη:
Αναπτύσσεται σε όλες τις πλευρές μέσα σε 3-12 μήνες και συνήθως μετά απ’ αυτό δεν εξαπλώνεται.


