Θεραπεία
Σε πρωτοπαθή υποθυρεοειδισμό:
Ο στόχος της θεραπείας εστιάζει στη διατήρηση της TSH σε φυσιολογικά επίπεδα, αφού θεωρείται ο πιο αντικειμενικός δείκτης χορήγησης της σωστής δόσης θυροξίνης.
Λεβοθυροξίνη.
Χαμηλή δόση έναρξης και βραδεία αύξηση της δοσολογίας.
Ελέγξτε την καρδιακή λειτουργία (ΑΠ, ΗΚΓ, σφύξεις, ακρόαση) πριν από την έναρξη της χορήγησης.
Η αρχική δόση είναι συνήθως 0,025-0,05 mg x 1.
Αύξηση δόσης = 0,025 mg κάθε 4η – 6η εβδομάδα σε νεότερους, κάθε 6η – 8η εβδομάδα σε μεγαλύτερους.
Αυτά μετά από έλεγχο της TSH-ορ. και ελεύθερης-Τ4.
Η αύξηση της δόσης ρυθμίζεται κυρίως ανάλογα με τα επίπεδα της TSH.
Πρέπει να βρίσκεται στο κατώτερο μισό των φυσιολογικών ορίων ανάλογα με το κάθε εργαστήριο, δηλαδή μεταξύ 0,4 και 2,5 (το εύρος των συνηθισμένων φυσιολογικών τιμών κυμαίνεται μεταξύ 0,4-4,0.
Χρειάζονται 6 εβδομάδες προτού η αλλαγή της δόσης να εκφραστεί πλήρως στην τιμή της TSH).
Η ελεύθερη Τ4-ορ. πρέπει να βρίσκεται μέσα στο εύρος των φυσιολογικών ορίων.
Απαιτείται πολύ προσεκτική σταδιακή αύξηση της δόσης, όσο αφορά ασθενείς με καρδιακή νόσο (0,025 mg χορηγούνται κάθε δεύτερη ημέρα. Να έχετε επικοινωνία με καρδιολόγο).
Η τελική δόση συνήθως είναι 0,1 – 0,15 mg x 1.
Η λήψη των δειγμάτων να γίνεται το πρωί, πριν από τη λήψη του δισκίου.
Η λεβοθυροξίνη συνδέεται ισχυρά με το σίδηρο, τη χολεστυραμίνη και αντίστοιχα το ασβέστιο στο στόμαχο.
Επομένως συνιστάται λήψη των τελευταίων προαναφερμένων σκευασμάτων το πρωί και της λεβοθυροξίνης το βράδυ.
Η αναγκαία ποσότητα δόσης ελαττώνεται με την πάροδο του χρόνου.
Αλλαγή του σκευάσματος θυροξίνης μπορεί να συνεπάγεται μεταβολή της TSH. Θεραπεία ‘’διά βίου’’.
Η κλινική θεραπευτική δράση μπορεί να καθυστερήσει 6-12 μήνες μετά από την ομαλοποίηση των εργαστηριακών τιμών πριν από την επαναφορά και αποκατάσταση της εγκεφαλικής λειτουργίας.
Όταν η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί, έλεγχος κάθε χρόνο.
Εκτός από τους καρδιακούς κινδύνους η υπερβολική υποκατάσταση αυξάνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης (ιδιαίτερα σε ασθενείς > 60 ετών).
Να ενημερώνετε όλες τις γυναίκες γόνιμης ηλικίας να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη για όσο χρονικό διάστημα δεν είναι ευθυρεοειδικές σύμφωνα με τις εργαστηριακές εξετάσεις.
Σε ορισμένους ασθενείς υποκειμενικά δεν επιτυγχάνεται αποκατάσταση παρά τις φυσιολογικές τιμές TSH/ ελεύθερης Τ4.
Οι συγκεκριμένοι ασθενείς μπορεί να νιώσουν καλύτερα με την προσθήκη Τ3 (= βιολογικά ενεργός ορμόνη) διαμέσου του φαρμάκου λιοθυρονίνη.
Σε αυτές τις περιπτώσεις χορηγείται ½ δισκίο λιοθυρονίνης 20 μg + λεβοθυροξίνη στην ίδια δόση, όπως και πριν, αλλά μειωμένη κατά περίπου 25 μg.
Ισχύουν οι ίδιες αρχές, όπως και όταν μερικές φορές τα επίπεδα της TSH, καθώς και της Τ4, είναι ΟΚ, αλλά τα επίπεδα της Τ3 είναι χαμηλά.
Ωστόσο η συμπληρωματική χορήγηση Τ3 (λιοθυρονίνης) αποτελεί θεραπευτική επιλογή με αδύναμη επιστημονική τεκμηρίωση και η χορήγησή της πρέπει να δοκιμάζεται μόνο σε επιλεγμένες περιπτώσεις και ποτέ στη διάρκεια κύησης, καθώς επίσης πρέπει να γίνεται σχολαστική επανεκτίμηση και επαναπροσδιορισμός της ανάγκης και των δόσεων χορήγησης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις καλύτερα να απευθύνεστε σε ενδοκρινολόγο ή να παραπέμπετε τον ασθενή εκεί.
Αν ο ασθενής αισθάνεται ότι η υγεία του δεν έχει επανέλθει στο φυσιολογικό για εκείνον επίπεδο μετά από τη χορήγηση του υποκαταστάτου, ελέγξτε τυχόν συνύπαρξη άλλων σχετικών νόσων (βλέπε παραπάνω).
Οι τιμές της ελεύθερης Τ4/TSH παρουσιάζουν διακύμανση σε ταυτόχρονη πρόσληψη φαρμάκων, όπως τα αντιόξινα, που περιέχουν αλουμίνιο (Aludrox, Maalox κά), σκευάσματα σιδήρου, σκευάσματα ασβεστίου, εναλλάκτες ιόντων (Questran), σουκραλφάτη, τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες.
Όταν πρόκειται για φαρμακευτική αγωγή τέτοιου είδους, η λεβοθυροξίνη να λαμβάνεται τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή μετά από τα διάφορα φάρμακα. Η λεβοθυροξίνη μπορεί να χορηγείται και ως βραδινή 2η δόση.
Τα οιστρογόνα (αντισυλληπτικά, κύηση, εμμηνόπαυση) δεσμεύουν τη θυροξίνη στο αίμα και ίσως χρειαστεί ρύθμιση της δόσης της λεβοθυροξίνης.
Τα επίπεδά της κατά τη διάρκεια της κύησης παρακολουθούνται κάθε τέταρτη εβδομάδα, μέχρι να σταθεροποιηθούν.
Μετά οι έλεγχοι γίνονται με μέγιστο μεσοδιάστημα 8 εβδομάδες μεταξύ τους.
Διορθώστε τη δόση της λεβοθυροξίνης, ώστε η ελεύθερη Τ4 να βρίσκεται μέσα στα φυσιολογικά όρια και η τιμή της TSH στο κατώτερο μισό του φυσιολογικού εύρους τιμών του εργαστηρίου.
Στην πράξη συχνά η TSH κυμαίνεται μεταξύ 0,4-1,0 (σύμφωνα με τη μέθοδο μέτρησης της TSH, στην οποία το φυσιολογικό εύρος τιμών είναι 0,4-4,0 mU/L). Κατά το πρώτο τρίμηνο είναι αποδεκτή τιμή-TSH στο περίπου 0,1 (εξαιτίας διασταυρούμενης αντίδρασης με την hCG).
Συνήθως σε ασθενείς, που χρησιμοποιούν ήδη συμπλήρωμα λεβοθυροξίνης, χρειάζεται αύξηση της λεβοθυροξίνης κατά 25-50μg.
Αν η TSH βρίσκεται μεταξύ 2,5-10, επανάληψη της ανάλυσης με έλεγχο και των TPO-ab.
Αν η TSH κατά την επανάληψη της εξέτασης > 2,5 , χορηγείται θυροξίνη 25-50μg ημερησίως με έλεγχο κάθε 4:η εβδομάδα.
Αν η TSH 10-20, χορηγείται αμέσως θυροξίνη 50-75 μg την ημέρα. Έλεγχος κάθε 2η εβδομάδα.
Αν η TSH > 20, γίνεται παραπομπή σε ειδικό μαιευτικό ιατρείο με έλεγχο κάθε 2η εβδομάδα.
Η θεραπεία συνεχίζεται ακόμη και σε άτομα με υπογονιμότητα, που επιθυμούν κύηση.
Τότε συνιστάται TSH 0,5-2.
Αυτό διατηρείται μέχρι ενδεχόμενη εγκυμοσύνη και στη συνέχεια αυξάνεται κατά περίπου 50% ανάλογα με τα επίπεδα-TSH, όπως αναφέρεται παραπάνω.
Η παρακολούθηση γίνεται διαμέσου του ιατρείου κύησης του ΚΥ.
Ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός (ο οποίος δεν είναι προσωρινός) θεραπεύεται και παρακολουθείται με βάση την κλινική εικόνα + Τ4/TSH, αν υπάρχουν συμπτώματα (π.χ. κόπωση).
Διαφορετικά η παρακολούθηση διενεργείται με τη λήψη δείγματος αίματος (ελεύθερη Τ4 + TSH) κάθε 6ο – 12ο μήνα. Αυξημένα αντισώματα-TPO (> 2 φορές πάνω από τις φυσιολογικές τιμές) ενισχύουν την ένδειξη έναρξης θεραπείας.
Παρόμοια η βρογχοκήλη ενισχύει την προσπάθεια θεραπείας.
Αν η TSH ≥ 10, συνιστάται θεραπεία με λεβοθυροξίνη, ακόμη και σε απουσία συμπτωμάτων. Ηλικία > 80 ετών:
Προσοχή στη χορήγηση συμπληρωμάτων λεβοθυροξίνης.
Κύηση, επιθυμία κύησης, καθώς και επαναλαμβανόμενες αποβολές (και TPO-ab), αποτελούν λόγο θεραπείας.
Ακόμη και σε ωοθηκική δυσλειτουργία, υπογονιμότητα, βροχγοκήλη, υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, κάπνισμα, διαβήτη τύπου-1).
Υποξεία θυρεοειδίτιδα, σιωπηλή θυρεοειδίτιδα, θυρεοειδίτιδα μετά από τον τοκετό μπορεί μετά από κάποιο χρονικό διάστημα υπερθυρεοειδισμού να μετατραπεί σε υποθυρεοειδισμό, που χρειάζεται υποκατάσταση με λεβοθυροξίνη.
Δεν είναι ασυνήθιστη η επανάκτηση και η ομαλοποίηση της θυρεοειδικής λειτουργίας.
Γι’ αυτό χρειάζεται η παρακολούθηση της λειτουργίας του, καθώς και της θεραπείας.
Βλέπε στο υποκεφάλαιο Υπερθυρεοειδισμός σχετικά τη διερεύνηση και τη θεραπεία κατά την τοξική φάση.
Σε κεντρικό υποθυρεοειδισμό, καθώς και υποψία επινεφριδικής ανεπάρκειας: Παραπομπή.
Σε συμπτώματα υποθυρεοειδισμού (ακόμη και αν ποτέ δεν είναι τόσο έντονα) με τελείως φυσιολογικές τιμές εργαστηριακών εξετάσεων δεν πρέπει ποτέ να χορηγείται θυροξίνη.
Φαρμακευτική αγωγή
Θυροξίνη (Τ4).
Λιοθυρονίνη (Τ3).