Θεραπεία
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Οι βασικοί στόχοι της θεραπευτικής αντιμετώπισης είναι η σωματική άσκηση, η διακοπή του καπνίσματος και η αλλαγή της διατροφής, εφόσον κριθεί απαραίτητο (βλέπε παρακάτω σχετικά με τη διατροφή).
Η φαρμακευτική θεραπεία ανακουφίζει από τα συμπτώματα.
Όσο αφορά όλα τα στάδια της ΧΑΠ:
Επιμόρφωση ασθενή, διακοπή καπνίσματος και παροχή υποστήριξης/ και αν χρειαστεί αγωγή, τακτική φυσική δραστηριότητα, αντιγριπικός εμβολιασμός (ετησίως) και αντιπνευμονιοκοκκικός (με αναμνηστική δόση μετά από περίπου 5 χρόνια).
Διατροφή, αν ΔΜΣ< 22 σοβαρός παράγοντας κινδύνου, επικοινωνία με διαιτολόγο. Να εστιάζετε σε τυχόν καρδιαγγειακή νόσο και να θεραπεύετε τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου (προσοχή με τους β-αποκλειστές, μπορούν να προκαλέσουν αύξηση των ενοχλήσεων).
Επίσης υπερεκπροσώπηση διαβήτη, καρκίνου πνεύμονα, καταβολής/ άγχους και οστεοπόρωσης.
Η επιμόρφωση του ασθενή είναι σημαντική και αποτελεί τη βάση της θεραπείας. Χρειάζεται να την αναλάβει σε ιατρείο άσθματος / ΧΑΠ (ακόμη και σε επίπεδο πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης) γιατρός, νοσηλεύτρια με εξειδίκευση σε άσθμα / ΧΑΠ και να υπάρχει πρόσβαση σε φυσιοθεραπευτή, εργοθεραπευτή, διαιτολόγο, κοινωνικό λειτουργό / ψυχολόγο. Ο στόχος είναι η ανακούφιση από τα συμπτώματα, η βελτίωση / διατήρηση της πνευμονικής λειτουργίας και η πρόληψη των εξάρσεων.
Ήπια ή σποραδικά συμπτώματα:
Με FEV1> 50% του αναμενόμενου αποτελέσματος.
Ενημέρωση (μεταξύ άλλων και για το αποτέλεσμα της σπιρομέτρησης). Η βάση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η αγωγή σύμφωνα με τα παραπάνω και όταν υπάρχει ανάγκη και SABA.
Αν ο FEV1> 50% και εξάρσεις, ξεκινήστε τη χορήγηση αντιχολινεργικών μακράς διάρκειας δράσης, LAMA, όπως τιοτρόπιο, ενδεχομένως σε συνδυασμό με β2-διεγέρτη μακράς δράσης, LABA.
Σε ήπια ή σποραδικά συμπτώματα: Με FEV1< 50% του αναμενόμενου αποτελέσματος.
SABA και LABA ή LAMA, ενδεχομένως σε συνδυασμό.
Σε ήπια ή σποραδικά συμπτώματα:
Με FEV1> 50% του αναμενόμενου αποτελέσματος. Για προσωρινή ανακούφιση από τα συμπτώματα μπορεί να γίνει δοκιμή β2-διεγερτών βραχείας δράσης.
Αν τα συμπτώματα επιμένουν (π.χ. δύσπνοια και χαμηλή επίδοση), ως πρώτης εκλογής αντιχολινεργικά μακράς δράσης. Μπορεί να γίνει δοκιμή με β2-διεγέρτες μακράς δράσης ως προσθήκη ή ως εναλλακτική λύση και τότε συγχορηγούνται εισπνεόμενα στεροειδή ICS, εναλλακτικά ICS + LABA + LAMA.
Εξάρσεις.
Σε οξεία έξαρση παρά την αγωγή σύμφωνα με τα παραπάνω, χορηγείται σχήμα κορτιζόνης από το στόμα, ενδεχομένως δισκία πρεδνιζολόνης 30-40 mg ημερησίως για 5 ημέρες.
Δεν απαιτείται σταδιακή μείωση της δόσης. Αυξήστε τον αριθμό των εισπνοών των SABA.
Εκτιμήστε την ανάγκη τυχόν χορήγησης αντιβιοτικών. Σε εξάρσεις και ταυτόχρονη εικόνα χρόνιας βρογχίτιδας με αυξημένη παραγωγή βλέννας μπορεί να ενδείκνυται η χορήγηση ροφλουμιλάστης για την πρόληψη των εξάρσεων.
Σε βαριά ΧΑΠ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω + διεπιστημονική αποκατάσταση διαμέσου πνευμονολογικής κλινικής. Οξυγονοθεραπεία σε χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια.
Σε βαριές περιπτώσεις μπορεί να έχει θέση η εγχείρηση (απομακρύνονται τα πιο κατεστραμμένα τμήματα του πνεύμονα, ώστε να υπάρχει περισσότερος χώρος για τον υπόλοιπο πνευμονικό ιστό).
Παραπομπή σε πνευμονολογική κλινική σε FEV1< 40% της αναμενόμενης τιμής ή κορεσμό ≤ 90% σε ηρεμία.
Να ελέγχετε το ΔΜΣ, κακή πρόγνωση σε χαμηλό ΔΜΣ (<22), επικοινωνία με διαιτολόγο.
Φαρμακευτικές επιλογές:
Ο σκοπός της χορήγησης των φαρμάκων είναι τόσο η μείωση των συμπτωμάτων του ασθενή (δύσπνοια, κακή επίδοση κ.ά.), όπως και η μείωση του αριθμού των υποτροπών με επιδείνωση (εξάρσεων).
Για ανακούφιση συμπτωμάτων και πρόληψη εξάρσεων χορηγούνται αντιχολινεργικά βραχείας και αντίστοιχα μακράς δράσης, όπως και β2-διεγέρτες βραχείας ή μακράς διάρκειας δράσης. Ως αγωγή συντήρησης συστήνονται σκευάσματα μακράς δράσης, όπως το LAMA τιοτρόπιο και LABA. Υπάρχουν διαθέσιμα συνδυαστικά σκευάσματα από β2-διεγέρτες μακράς δράσης, τόσο με εισπνεόμενα στεροειδή, όσο και αντιχολινεργικά.
Η εκτίμηση της δράσης του φαρμάκου βασίζεται στην εκτίμηση της δράσης, που έχει επιτευχτεί (φυσικοί περιορισμοί, γενική ζωτικότητα, δύσπνοια, βήχας/ βλέννα/ συριγμός στον αναπνευστικό σωλήνα, διαταραχές ύπνου, η αίσθηση του ίδιου του ασθενή σχετικά με το βαθμό ελέγχου της νόσου). Ακόμη και μικρή τιμή από τη μέτρηση της αναστρεψιμότητας (FEV1) μπορεί να έχει μεγάλη σημασία, όσο αφορά τα συμπτώματα του ασθενή. Δεν πρέπει να χορηγούνται σταθεροί συνδυασμοί κατευθείαν από την αρχή.
Κατά πρώτο λόγο δοκιμάζονται αντιχολινεργικά, τόσο για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, όσο και για την πρόληψη των εξάρσεων. Σε μόνιμες ενοχλήσεις συστήνεται τιοτρόπιο, που είναι πιο αποτελεσματικό από φάρμακα βραχείας δράσης, όπως το ιπρατρόπιο.
Οι β2-διεγέρτες (μακράς διάρκειας δράσης) LABA μπορεί να προσφέρουν αθροιστική δράση σ’ εκείνη των αντιχολινεργικών, ανακούφιση από τα συμπτώματα και πρόληψη των εξάρσεων. Δε χορηγούνται ως μονοθεραπεία, αλλά μαζί με LAMA και/ ή ICS.
Οι β2-διεγέρτες βραχείας δράσης χρησιμοποιούνται μόνο σε ανάγκη για προσωρινή ανακούφιση από τα συμπτώματα.
Αγωγή με στεροειδή.
Τα εισπνεόμενα στεροειδή χορηγούνται για την πρόληψη των εξάρσεων ως προσθήκη σε β2-διεγέρτες μακράς δράσης. Η βουδενοσίδη χορηγείται σε δόση 800-1600 μg/24ωρο και η φλουτικαζόνη σε δόση 500-1000 μg/24ωρο.
Υπάρχει η υποψία ότι τα εισπνεόμενα στεροειδή αυξάνουν τον κίνδυνο πνευμονίας.
Όταν ένας ασθενής-ΧΑΠ εκδηλώνει πνευμονία, επαναξιολογείται η ανάγκη λήψης στεροειδών.
Σε οξείες εξάρσεις χορηγείται αρχικά ως πρώτη εκλογή πρεδνιζολόνη 30-40 mg ημερησίως.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα στεροειδή από το στόμα δε χορηγούνται ως αγωγή συντήρησης, με εξαίρεση σε ορισμένους ασθενείς με ΧΑΠ βαριάς μορφής, οι οποίοι με χαμηλή δόση από το στόμα είναι δυνατό να αποφύγουν εξάρσεις, που απαιτούν αντιμετώπιση σε νοσοκομείο!
Αγωγή με στεροειδή από το στόμα μπορεί ήδη μετά από 3 εβδομάδες να προκαλέσει επινεφριδιακή ανεπάρκεια.
Έχει περιγραφεί ακόμη και σε υψηλές δόσεις εισπνεόμενων στεροειδών. Να δίνεται επιπλέον προσοχή σε κόπωση, ναυτία, αυξημένη τάση για λοιμώξεις και/ή συμπτώματα, που ρυθμίζονται δύσκολα.
Αντιβιοτικά σε εξάρσεις: Όσο αφορά τη χορήγηση αντιβιοτικών ο ΕΟΦ (2014) συστήνει ‘’να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αντιμικροβιακή αγωγή, που έχει πάρει ο ασθενής το τελευταίο 3μηνο για οποιαδήποτε λοίμωξη, ώστε με βάση τις επιλογές (βλέπε παρακάτω), ο ασθενής να πάρει αντιμικροβιακή αγωγή από διαφορετική ομάδα αντιβιοτικών, που δε θα συμπίπτει με εκείνη που έχει ήδη πάρει’’.
Επίσης είναι σημαντικό (ΕΟΦ, 2014) για τη ‘’διάρκεια της αντιμικροβιακής θεραπείας να μην υπερβαίνει τις 7 ημέρες’’.
Διάφορα αντιφλεγμονώδη φάρμακα:
Ροφλουμιλάστη σε ανάγκη ως προσθήκη σε β2-διεγέρτες και θεραπεία με στεροειδή σε συνεχιζόμενη επανάληψη των εξάρσεων.
Ακετυλκυστεῒνη ως βλεννολυτικό σε ασθενείς με συνυπάρχουσα χρόνια βρογχίτιδα και συχνές εξάρσεις με επίμονο παραγωγικό βήχα. Ορισμένες φορές αποτελεί το μοναδικό φάρμακο χορήγησης σε ασθενείς με ήπια ΧΑΠ.
Θεοφυλίνη δε συστήνεται ως θεραπευτική αγωγή συντήρησης.
Φάρμακα κατά της εξάρτησης από τη νικοτίνη σε μορφή νικοτινικών φαρμάκων ως πρώτη εκλογή και ως δεύτερη εκλογή βαρενικλίνη ή βουπροπιόνη.
Προφύλαξη οστεοπόρωσης.
Πολλές φορές χρειάζεται (σε θεραπεία με στεροειδή, κάπνισμα, μειωμένη φυσική δραστηριότητα, ΒΣ κάτω του κανονικού κ.ά.). Συνιστάται σε όλους, όσοι λαμβάνουν στεροειδή από το στόμα, καθώς και στα άτομα με μειωμένη φυσική δραστηριότητα και έκδηλη αποφρακτικότητα.
Εξετάζεται το ενδεχόμενο της χορήγησης σε γυναίκες > 50 ετών και άνδρες > 65 ετών. Εκτίμηση με FRAX, για να διαχωριστούν οι ασθενείς, για τους οποίους απαιτείται επιπλέον διερεύνηση.
Βλέπε το υποκεφάλαιο Οστεοπόρωση στο κεφάλαιο των Ενδοκρινολογικών παθήσεων.
Συνιστάται εμβολιασμός κατά της γρίπης ετησίως και εμβόλιο κατά του πνευμονιοκόκκου με αναμνηστική δόση μετά από περίπου 5 χρόνια. Εκτιμάται η ανάγκη προφύλαξης κατά της εποχιακής γρίπης με αναστολείς της νευραμινιδάσης σε άτομα με βαριά ΧΑΠ, που διαμένουν σε οικίες/ορισμένα ιδρύματα/νοσοκομεία με κρούσματα γρίπης.
Η χορήγηση αναστολέων της νευραμινιδάσης (Relenza ή Tamiflu) σε άτομα, που έχουν προσβληθεί από τη γρίπη, μειώνει τη διάρκεια της νόσου κατά 1-3 ημέρες. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινάει όσο το δυνατόν νωρίτερα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. (Βλέπε το υποκεφάλαιο Γρίπη στο παρόν κεφάλαιο).
Έξαρση ΧΑΠ:
Αιτία:
Η ταχεία επιδείνωση (δηλαδή η έξαρση) οφείλεται κυρίως σε λοίμωξη. Τα έγχρωμα πτύελα (πράσινα/ κιτρινοπράσινα) συνηγορούν για βακτηριδιακό αίτιο (κυρίως Haemophilus Influenzae, Strept. Pneumoniae, Moraxella catarrhalis). Αυξημένη επίδραση στην αναπνοή.
Συμπτώματα:
Δύσπνοια, αυξημένη ποσότητα πτυέλων.
Διερεύνηση:
Κλινική εικόνα. Η CRP συνήθως είναι φυσιολογική (υψηλή CRP συνηγορεί υπέρ της πνευμονίας). Αν τα συμπτώματα δεν ελαττώνονται με την αύξηση των εισπνοών και τα στεροειδή από το στόμα, ο ασθενής πρέπει να αναζητήσει ιατρική εκτίμηση και ίσως χρειαστεί εισαγωγή σε νοσοκομείο.
Αντικειμενική εξέταση:
pO2 < 90%, ταχύπνοια > 25/λεπτό, σφύξεις > 110 συνηγορούν για βαριά/ επικίνδυνη για τη ζωή επιδείνωση.
Διαφορική διάγνωση:
Πνευμονία, καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμοθώρακας, πνευμονική εμβολή.
Θεραπεία: Σε πρώτη φάση συνιστάται συχνότερη χορήγηση των ήδη συνταγογραφημένων βήτα διεγερτών και των αντιχολινεργικών, ενδεχομένως μέσω νεφελοποιητή.
Είναι υψηλό το ποσοστό αυτοΐασης κατά τις εξάρσεις.
Αν τα πτύελα είναι έγχρωμα, χορηγήστε αντιβιοτικά.
Tα αντιβιοτικά, που αναφέρονται παρακάτω, συστήνονται από την Ελληνική Εταιρεία Λοιμώξεων [1].
Η χορήγησή τους πρέπει να διαρκεί 5-7 ημέρες (εξαίρεση αποτελεί η αζιθρομυκίνη):
Μακρολίδες
* Αζιθρομυκίνη 500 mg x1 (x 3 ημέρες) p.o.
* Κλαριθρομυκίνη 500 mg x2 p.o.
* Kλαριθρομυκίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης (ER) 1000 mg x 1
* Ροξιθρομυκίνη 150 mg x2 ή 300 mg x1 p.o.
Κεφαλοσπορίνες β’ γενιάς
* Κεφουροξίμη-αξετίλ 500 mg x2 p.o.
* Κεφπροζίλη 500 mg x2 p.o.
Κεφαλοσπορίνες γ’ γενιάς
* Κεφιξίμη 400 mg x1
Τετρακυκλίνες
* Δοξυκυκλίνη 100mg x2 p.o.
Αμινοπενικιλίνες
* Αμοξυκιλίνη 1g x3 p.o.
* Aμοξυκιλίνη/Κλαβουλανικό οξύ 875/125 mg x2 ή 500/125 mg x3 p.o.
* Σουλταμπικιλίνη 750 mg x3
* Τριμεθοπρίμη-Σουλφαμεθοξαζόλη 960 mg x2.
Κινολόνες
* Mοξιφλοξασίνη 400 mg x1 p.o.
* Λεβοφλοξασίνη 500 mg x1 p.o.
* Σιπροφλοξασίνη 750 mg x2 p.o. (σε γνωστό αποικισμό από Pseudomonas aeruginosa).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:
Οι κινολόνες επιλέγονται, όταν υπάρχει ιστορικό λήψης β-λακταμών το προηγούμενο 3μηνο, αλλεργία στις β-λακτάμες, ανθεκτικός στην πενικιλίνη πνευμονιόκοκκος ή μη ανταπόκριση στη χορήγηση β-λακταμών.
Σχετικά με τη χορήγηση μακρολίδων (σύμφωνα με ΕΟΦ, 2014 [2]):
* Οι μακρολίδες δεν πρέπει να χορηγούνται ως εμπειρική θεραπεία στις σοβαρές παροξύνσεις της ΧΑΠ λόγω υψηλών ποσοστών αντοχής του πνευμονιοκόκκου.
* Μακρολίδη μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου (FEV1 < 50%, ≥ 4 εξάρσεις το χρόνο, καρδιοπάθεια, χρήση Ο2 στο σπίτι, χρόνια λήψη κορτικοστεροειδών p.o.).
* Μακρολίδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν μακροχρόνια σε μειωμένη δόση, επειδή διαθέτουν αντιφλεγμονώδη και ανοσοτροποιητική δράση (π.χ. κλαριθρομυκίνη 250 mg x1/24ωρο, αζιθρομυκίνη 250 mg x1/ 2 φορές την εβδομάδα για 6-12 μήνες).
Βαριά/ επικίνδυνη για τη ζωή έξαρση αντιμετωπίζεται με χορήγηση οξυγόνου 1-2 λίτρα/λεπτό με ρινικό καθετήρα (γυαλάκια), με στόχο ο κορεσμός να ανεβεί μόλις πάνω από το 90% (όχι περισσότερο!).
Σαλβουταμόλη 5-10 mg ή τερβουταλίνη 10-20 mg μαζί με ιπρατρόπιο 0,5 mg σε εισπνοές. Μπορεί να γίνει επανάληψη μετά από 30-45 λεπτά.
Αν ο ασθενής αδυνατεί να κάνει εισπνοές, χορηγήστε τερβουταλίνη υποδόρια 0,25-0,5 mg, πρεδνιζολόνη 30 mg από το στόμα + κατάλληλη δόση ενδοφλεβίως. Μπορεί να χορηγηθεί επίσης θεοφυλίνη 5-6 mg/kg σωματικού βάρους ενδοφλεβίως σε περιφερική φλέβα (χορηγείται η μισή δόση σε όσους ήδη λαμβάνουν θεοφυλίνη).
Αντιβιοτικά, όπως αναφέρεται πιο πάνω κι, αν κριθεί απαραίτητο, διουρητικά της αγκύλης.
Εισαγωγή επειγόντως σε έντονα επηρεασμένη γενική κατάσταση.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:
Η πρόγνωση της νόσου σχετίζεται άμεσα με την πρώιμη διάγνωση.
Επεξηγήσεις όρων:
ICS = Εισπνεόμενα στεροειδή.
LABA = β2-διεγέρτες μακράς δράσης.
LAMA = Ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων μακράς δράσης.
LTRA = Ανταγωνιστές υποδοχέων λευκοτριενίων.
SABA = β2-διεγέρτες βραχείας δράσης.
Ατομική φροντίδα:
Διακοπή του καπνίσματος, φυσική άσκηση, ισορροπημένη διατροφή.
Εμβάθυνση:
http://www.loimoxeis.gr/
NICE, Chronic obstructive pulmonary disease 2004, www.nice.org.uk
www.doctorsagainsttobacco.org
Κλίμακες:
Clinical COPD Questionnaire (CCQ).
Copd Assessment Test (CAT), www.catestonline.org .
Modified Medical Research Council (mMRC).
Φαρμακευτική αγωγή
Αντιβιοτικά
Αζιθρομυκίνη.
Αμοξυκιλίνη.
Αμοξυκιλίνη/Κλαβουλανικό οξύ.
Δοξυκυκλίνη.
Κεφιξίμη.
Κεφουροξίμη-αξετίλ.
Κεφπροζίλη.
Κλαριθρομυκίνη.
Λεβοφλοξασίνη.
Μοξιφλοξασίνη.
Ροξιθρομυκίνη.
Σιπροφλοξασίνη.
Σουλταμπικιλίνη.
Τριμεθοπρίμη-Σουλφαμεθοξαζόλη.
Αντιχολινεργικά
Ακλιδίνιο βρωμιούχο.
Αμεκλιδίνιο βρωμιούχο.
Γλυκοπυρρόνιο.
Ιπρατρόπιο βρωμιούχο.
Τιοτρόπιο βρωμιούχο.
Αντιχολινεργικά+ β2-αγωνιστές μακράς δράσης
Αμεκλιδίνιο βρωμιούχο + Βιλαντερόλη.
Γλυκοπυρρόνιο + Ινδακατερόλη.
β2-αγωνιστές βραχείας δράσης
Σαλβουταμόλη.
Τερβουταλίνη.
β2-αγωνιστές (βραχείας + μακράς δράσης)
Φορμοτερόλη.
β2-αγωνιστές μακράς δράσης
Ινδακατερόλη.
Ολοδατερόλη.
Σαλμετερόλη.
β2-αγωνιστές μακράς δράσης + στεροειδές
Φορμοτερόλη + Βουδεσονίδη.
Φορμοτερόλη + Βεκλομεθαζόνη.
Σαλμετερόλη + Φλουτικαζόνη: Airflusal Forspiro.
Βιλαντερόλη + Φλουτικαζόνη.
Εισπνεόμενα στεροειδή
Βεκλομεθαζόνη.
Βουδεσονίδη.
Κικλεσονίδη.
Μομεταζόνη φουροϊκή.
Φλουτικαζόνη.
Στεροειδή από το στόμα
Βηταμεθαζόνη.
Πρεδνιζολόνη.
Διάφορα αντιφλεγμονώδη σκευάσματα
Ροφλουμιλάστη.
Βλεννολυτικά.
Ακετυλκυστεΐνη.
Φάρμακα απεξάρτησης από τη νικοτίνη
Αμφεβουταμόνη υδροχλωρική ή Βουπροπιόνη.
Βαρενικλίνη.
Νικοτίνη.
Εμβόλια κατά του πνευμονιοκόκκου
Pneumovax.
Prevenar 13.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ σχετικά με τη συγχορήγηση του Prevenar με αντιγριπικό εμβόλιο.
[1] ‘’Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Διάγνωση και τη Θεραπεία των Λοιμώξεων’’, Ελληνική Εταιρεία Λοιμώξεων, Αθήνα 2015.
[2] ‘’Οι λοιμώξεις στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και η θεραπεία τους’’, ΕΟΦ, 2014.